22 Αυγούστου 2021

Σκέψεις του Rousseau σχετικά με την θεία πρόνοια και την φυσική νομοτέλεια

  Η 1η Νοεμβρίου του 1755 επεφύλαξε μία ανείπωτη φυσική καταστροφή για την Λισσαβόνα. Στην πορτογαλική μεγαλούπολη ένας βιβλικών διαστάσεων σεισμός ισοπέδωσε σημαντικό ποσοστό των κτισμάτων της, ενώ η πυρκαγιά που ακολούθησε βύθισε την πόλη στο χάος. Στην συνέχεια, τα ερείπια σκεπάσθηκαν από ένα σαρωτικό τσουνάμι. Οι σεισμικές δονήσεις έγιναν αισθητές έως την Βενετία και ο συνολικός αριθμός των νεκρών ανήλθε σε 30.000-50.000. Οι Ευρωπαίοι ταράχθηκαν και ο προβληματισμός των πλέον ανησύχων εξ αυτών κινητοποιήθηκε. Τί ευθυνόταν για αυτήν και όλες τις άλλες καταστροφές; Ποια ήταν η προέλευση του κακού στον κόσμο; 

  Ο στυλοβάτης του γαλλικού διαφωτισμού Βολταίρος (François-Marie Arouet ή κοινώς Voltaire) επεχείρησε να δώσει μία απάντηση σε ποίημά του περί της καταστροφής της Λισσαβόνος (Poème sur le désastre de Lisbonne). Σε αυτό κατεφέρθη εναντίον όσων θρησκευομένων ενεπιστεύοντο την θεία πρόνοια, αμφισβητώντας την αγαθότητα του Θεού. Εάν ο Θεός είναι παντοδύναμος και αγαθός, τότε πώς επιτρέπει το κακό, πώς ανέχεται τραγωδίες που στοιχίζουν ζωές τόσων χιλιάδων αθώων ανθρώπων; Εάν πίσω από όλες αυτές τις οδύνες κρύβεται μία θεία πρόνοια, τότε αυτή πρέπει να αποτελεί το μεγαλύτερο απ' όλα τα κακά. Οφείλουμε να διευκρινίσουμε ότι ο Βολταίρος και αρκετοί ομογάλακτοί του Εγκυκλοπαιδιστές δήλωναν άθρησκοι "ντεϊστές", απλώς αποδέχονταν την ύπαρξη ενός υπερτάτου Όντος, υπερκειμένου φυσικών νόμων και συγκεκριμένων θρησκευτικών δογμάτων. Στα πλαίσια της ορθολογιστικής μετεξελίξεως της δυτικής θεολογίας σε οντολογική μεταφυσική, που υποβοηθήθηκε από την φιλοσοφική αντίδραση στον καταπιεστικό δογματισμό του ρωμαιοκαθολικισμού και των προτεσταντικών κινήσεων, οι ντεϊστές απέφευγαν να αποδώσουν στο Ον ορισμένη οντολογική ουσία, διότι αποτελούσε για τους περισσοτέρους μία συμβολική μεταφορά της φύσεως ή, τουλάχιστον, των ανεξερευνήτων πτυχών της που διατηρούσαν χαρακτήρα μυστηρίου. 

  Στο δυσσεβές στιχούργημα του Βολταίρου έσπευσε να απαντήσει ένας έτερος ριζοσπάστης της εποχής, ο Ζαν-Ζακ Ρουσσώ (Rousseau). Ο Rousseau (1712-1778) σήμερα είναι ευρύτερα γνωστός για τον πρωτοποριακό ορισμό που έδωσε στην έννοια του "Κοινωνικού Συμβολαίου", βάσει του οποίου κάθε μέλος της κοινωνίας πρέπει να υποτάσσεται στην εξουσιαστική αρχή που πηγάζει από την κοινή συναίνεση όλων των μελών της κοινωνίας. Ωστόσο, αν και συνέβαλε στην σύνταξη της περίφημης Encyclopédie, διαφοροποιήθηκε από την γραμμή του κυριάρχου ρεύματος τον διαφωτιστών, σε βαθμό που ορισμένοι μελετητές τον χαρακτήρισαν αντι-διαφωτιστή και πρόδρομο του ρομαντισμού του 19ου αιώνος. Η θέση του περί της φυσικής ανισότητος μεταξύ των ανθρώπων τον είχε ήδη φέρει σε σύγκρουση με τον "πατριάρχη" του διαφωτισμού Βολταίρο. Καθόσον συνεδύασε διάφορα στοιχεία στον στοχασμό του και έδρασε στην συγκυρία της φιλοσοφικής σποράς των νεωτερικών ιδεολογιών, η κληρονομιά του διεκδικήθηκε εξίσου από όλες αυτές τις κατοπινές ιδεολογίες. Τον ύμνησαν φιλελεύθεροι δημοκράτες για την σύλληψη του Κοινωνικού Συμβολαίου, σοσιαλιστές και κομμουνιστές για την εναντίωσή του στην ταξική ανισότητα και τον εν δυνάμει κρατισμό του, εθνικιστές και φασιστές για τον πατριωτισμό του. Σε γενικές γραμμές, ο ιδιότροπος Ρουσσώ απεχθανόταν τον διανοουμενισμό και με έναν μεθοδολογικά ιδιότροπο λόγο καταλόγιζε τον ηθικό εκφυλισμό του ανθρώπου στην πολιτισμική πρόοδο, που είχε επιφέρει "ηθικές" (και όχι απλώς φυσικές) ανισότητες και καταπιέσεις. Πίστευε ότι ο άνθρωπος πρωταρχικά ήταν ένας "ευγενής άγριος" με αγνότερα κοινωνικά ένστικτα αλληλοβοήθειας, μέχρι που διεφθάρη από την δημιουργία πλασματικών αναγκών της πολιτισμικής προόδου και ανηύρε συμφέρον στην υπονόμευση των συνανθρώπων του. Αυτήν την παθογένεια φιλοδοξούσε να θεραπεύσει δια του κοινωνικού συμβολαίου. Παραδόξως, στην Γαλλική επανάσταση, οι Ιακωβίνοι οπαδοί της φιλοσοφίας του, που τον ανεκήρυξαν εθνικό ήρωα και θέσπισαν την δική του εκδοχή ντεϊσμού ως κρατική θρησκεία, προέβησαν σε απάνθρωπες αγριότητες και σφαγές. 

  Στην απάντησή του προς τον Βολταίρο (Lettre à Monsieur de Voltaire sur ses deux poèmes sur "le désastre de Lisbonne"), μπορούμε να διακρίνουμε ένα περίγραμμα αυτού του ντεϊσμού. Ο Ρουσσώ ισχυρίσθηκε πως η πηγή του κακού δεν βρίσκεται στον Θεό αλλά στον πολιτισμένο -και άρα διεφθαρμένο- άνθρωπο. Ακόμη και για τις λεγόμενες φυσικές καταστροφές που υφίσταται ο άνθρωπος, ευθύνεται ο ίδιος. Εάν, λέγει, η απληστία και η μεγαλομανία δεν είχαν οδηγήσει τους ανθρώπους να στοιβαχθούν σε 20.000 πυκνές πολυκατοικίες 6 και 7 ορόφων στην Λισσαβόνα, τότε οι κάτοικοί της θα διέμεναν σε πιο αραιά και άνετα σπίτια και συνεπώς θα προλάβαιναν να διαφύγουν στην πρώτη δόνηση, με ελάχιστες απώλειες, όντες ευτυχισμένοι για την σωτηρία της ζωής τους. Όμως συνέβη το αντίθετο. Πολλοί άνθρωποι παρέμειναν στις καταρρέουσες οικίες, προσπαθώντας να περιμαζέψουν ρούχα, χαρτιά, χρήματα. Προφανώς, εκτιμούσαν πλειότερον αυτά που θα άφηναν οπίσω απ' όσον αυτά που πραγματικώς ηδύναντο να μεταφέρουν, δηλαδή τον εαυτό τους. Οι ταλαιπωρίες που μας επιβάλλει η φύση είναι λιγότερο επώδυνες από αυτές που προσθέτουμε επ' αυτών εμείς, οι "πολιτισμένοι".

  Τέτοιοι σεισμοί συνέβαιναν και θα συμβαίνουν και στις ερήμους, αλλά πλήττουν ελάχιστα τα εκείθεν ζώα και καθόλου τους κυρίους των πόλεων, οι οποίοι ως εκ τούτου τους παραγνωρίζουν. Επομένως, καμία ειδική πρόνοια δεν κατευθύνει τους σεισμούς συγκεκριμένα κατά των ανθρώπων. Η φύση λειτουργεί επακριβώς με τους δικούς της νόμους και ο Θεός δεν χρειάζεται να κάνει κάτι που γίνεται νομοτελειακά και χωρίς αυτόν. Η φύση λειτουργεί με απόλυτη ακρίβεια, παρά τις ψευδαισθήσεις μας. Η τροχιά ενός πλανήτου, την οποία εμείς ενδέχεται να θεωρήσουμε ατελή διότι δεν ταυτίζεται με κύκλο ή άλλα ιδεατά σχήματα που εμείς -μόνοι μας- αφαιρετικά επινοήσαμε, στην πραγματικότητα είναι απολύτως ακριβής, ώστε να επιτελεί τέλεια την λειτουργία για την οποία την προόρισε η φύση. Δεν μπορούμε να ερμηνεύσουμε κάθε φυσικό φαινόμενο βάσει των νόμων της επιστήμης μας και πολλά φαινόμενα τα θεωρούμε ανεξήγητα, καθότι υπακούν σε φυσικούς νόμους αγνώστους σε μας και γνωστούς μονάχα στο Υπέρτατο Ον. Αυτοί οι νόμοι μπορεί να είναι εκατομμύρια, δεν τους χωρεί ανθρώπινος νους. Και τα όσα τώρα γνωρίζουμε ενδέχεται να ανανεωθούν μελλοντικά. Κάθε μα κάθε γεγονός, όσο ασήμαντο κι αν μας φαίνεται, έχει τουλάχιστον ένα αποτέλεσμα, ηθικό, φυσικό ή ανάμικτο. Πολλές φορές, αθροίζονται επιμέρους αποτελέσματα προκειμένου να πυροδοτήσουν ένα σημαντικό γεγονός. Σε μία πρόταση που μας θυμίζει έντονα την σύγχρονη θεωρία του "butterfly effect", ο Ρουσσώ αναφέρει ως παράδειγμα ότι ακόμη και το χτένισμα μίας πριγκίπισσας της Βουργουνδίας μπορεί να έχει ιστορικές, "συμπαντικές" επιπτώσεις. 

  Ο Θεός του Ρουσσώ είναι ένας δίκαιος και κατά το δυνατόν αγαθός ρυθμιστής, ο οποίος ανέχεται την θυσία  μέρους της ευτυχίας ενός ατόμου για την ευημερία του συνόλου. Όπως έγραψε και ο ίδιος (σε μετάφραση του γαλλομαθούς Δημ. Κιτσίκη): "Πιστεύω, ελπίζω να αξίζω περισσότερο στα μάτια του Θεού από την γη ενός πλανήτου. Αλλά αν οι πλανήτες είναι κατοικημένοι, όπως αυτό είναι πιθανό, γιατί να αξίζω περισσότερο από όλους τους κατοίκους του Κρόνου στα μάτια του;". Εάν κάποιος αποθάνει και τα σκουλήκια κατασπαράξουν το πτώμα του, αυτό δεν είναι καθόλου τιμητικό για εκείνον, αλλά γενόμενος λίπασμα θα ζωογονήσει την γη, που με τους καρπούς της θα θρέψει τους απογόνους του. 

  Εάν προεκτείνουμε τους συλλογισμούς του Ρουσσώ, συμπεραίνουμε ότι επιλύει το αίνιγμα του Βολταίρου, σαν να κόβει γόρδιο δεσμό, απεμπολώντας την παντοδυναμία του Θεού. Ο αυτουργός του σύμπαντος έχει ήδη ορίσει τους νόμους του σύμπαντος και έκτοτε η δράση του περιορίζεται από αυτούς. Εάν η φύση τον αναγκάσει να επιλέξει την σωτηρία δύο μεγεθών, εκείνος -σκεπτόμενος ωσεί άνθρωπος- απλώς καλείται να επιβοηθήσει την σωτηρία του μείζονος-ωφελιμοτέρου, αφήνοντας το άλλο να απολεσθεί. Γι' αυτόν τον λόγο, ο Ρουσσώ μέμφεται τους κεντρίζοντες την αντιπάθεια των φιλοσόφων ιερείς, που συσχετίζουν την θεία πρόνοια με καθαρώς φυσικά συμβάντα. Γενικώς, απεχθανόταν τους φανατικούς και τους θρησκευτικά μισαλλοδόξους, για τους οποίους στο φανταστικό κράτος του προόριζε την [εξίσου μισαλλόδοξη] ποινή του θανάτου, επειδή απειλούσαν την κοινωνική συνοχή και το "συμβόλαιο". Από την άλλη πλευρά, μέμφεται και τους αθέους φιλοσόφους που κατηγορούν τον θεό για προσωπικές τους αναποδιές, ακόμη και για έναν πονόδοντο. Η θεία πρόνοια έχει πάντοτε δίκαιο για τους ευσεβείς και πάντοτε άδικο για τους ασεβείς. Ο Ρουσσώ ξεπερνά αμφοτέρους, υπονοώντας ότι το Υπέρτατο Ον έχει σοβαρότερη δουλειά από την διευθέτηση των μικροτήτων μας, όπως ένας σοφός βασιλιάς που επιδιώκει την καθολική ευτυχία των υπηκόων του δεν χρειάζεται να ασχολείται συγκεκριμένα με την ποιότητα των καπηλειών. Κάθε φυσικό ον επιτελεί την αποστολή που του ανέθεσε η θεία πρόνοια μέσα στην φύση, ευρισκόμενο στην καλλίτερη δυνατή σχέση με τον εαυτό του και τον φυσικό ρόλο του, ούτως ώστε ένας εξωτερικός παρατηρητής να πιστεύει ότι είναι καλλίτερα να υπάρχει παρά να μην υπάρχει. 

  Παρά ταύτα, ο Ρουσσώ εκφράζει πίστη στον Θεό και στην θεία πρόνοια, που κομίζουν ελπίδα στην λογική ισορροπία του. Γνωρίζει και ομολογεί με στόμφο πως ούτε ο ίδιος δύναται να αποδείξει την ύπαρξή τους ούτε οι άθεοι την ανυπαρξία τους. Απλώς πιστεύει γιατί είναι αισιόδοξος. Και, αναφορικά με τις προσπάθειες των αθέων να επιχειρηματολογήσουν υπέρ της ανυπαρξίας, δηλώνει ότι: "Είναι απάνθρωπο να βασανίζει κανείς τις ήσυχες ψυχές και να προκαλεί απόγνωση στους ανθρώπους εις μάτην όταν αυτό που θέλουμε να τους μάθωμε δεν είναι ούτε σίγουρο ούτε χρήσιμο". Επιπλέον, ευελπιστεί ότι στην μέλλουσα κρίση ο Θεός θα εκτιμήσει περισσότερο όσους ποιούν τα έργα του, παρά όσους τηρούν μόνο τα θεσπισμένα υπό ανθρώπων τυπικά του. Πιστεύει ότι ο Θεός θα λυτρώσει και τους απίστους πλην ηθικούς ανθρώπους, ποθώντας και ο ίδιος την λύτρωση. Στην επιστολή του καταλήγει με τα εξής λόγια: "Όχι, αρκετά υπέφερα σε τούτην την ζωήν για να μην προσμένω μίαν άλλην. Όλες οι επιδεξιότητες της μεταφυσικής δεν θα με κάνουν να αμφιβάλω έστω και μίαν στιγμήν για την αθανασία της ψυχής και την ευεργετικήν επέμβασιν της Θείας Πρόνοιας. Την διαισθάνομαι, την πιστεύω [...]". 

  Ο ίδιος ο Χριστιανισμός, τουλάχιστον ο ορθόδοξος, είχε απαντήσει προ πολλών αιώνων στο αίνιγμα του Βολταίρου. Ο άνθρωπος πάσχει από το προπατορικό αμάρτημά του, ήγουν το προαιώνιο θέλημά του να γίνει θεός με δικές του δυνάμεις, συμπαρασύροντας στην φθαρτότητα ολάκερη την υλική κτίση. Η Θεία Πρόνοια του προσφέρει συνεχώς ευκαιρίες για κοινωνία με το Άγιο Πνεύμα και υπέρβαση της φθαρτότητος-θνητότητος, κατά τρόπους που η ανθρώπινη διάνοια δεν έχει νόημα να προσπαθεί να κατανοήσει. Στον 18ο αιώνα, βεβαίως, τόσο ο Βολταίρος όσο και ο Ρουσσώ απέρριπταν την έννοια του προπατορικού αμαρτήματος. Πάντως, σε κάθε περίπτωση, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε την εντιμότατη διάθεση του Ρουσσώ να συμφιλιώσει την οντολογική ανάγκη του με την ορθολογιστική φυσιοκρατία του Διαφωτισμού, ο οποίος στην τελική δεν ήταν τελείως ξένος με την χριστιανική ηθική. 


Ιωάννης Σαρρής


Βιβλιογραφική αναφορά:

  • Ζαν-Ζακ Ρουσσώ, Επιστολή προς τον Βολταίρο για τον φυσικό νόμο και την καταστροφή της Λισσαβώνος, μτφρ. Δημ. Κιτσίκης, Εκδόσεις Έξοδος, Αθήνα 2020.
  • Voltaire, Poème sur le désastre de Lisbonne/Édition Garnier, Wikisource: https://fr.wikisource.org/wiki/Po%C3%A8me_sur_le_d%C3%A9sastre_de_Lisbonne/%C3%89dition_Garnier.  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου