5 Αυγούστου 2021

Η «Ισχύς και Απόφαση» του Παναγιώτη Κονδύλη ή η Ιστορία των Ιδεών ως πεδίο πάλης και αντιθέσεων


Γιώργος Δρίτσας, αναδημοσίευση από ResPublica

Eugène Delacroix, o γυμνός άνθρωπος.

Η διάνοια χαρακτηρίζεται από μια φυσική έλλειψη κατανόησης της ζωής.

-Henri Bergsoni [i]

 

Μικρή εισαγωγή στο έργο του Παναγιώτη Κονδύλη

 Ο Παναγιώτης Κονδύλης είναι, ίσως, μια από τις πιο σημαντικές και διεθνώς αναγνωρισμένες μορφές του ελληνικού φιλοσοφικού λόγου των τελευταίων δεκαετιών [ii].

 Καθώς, η εμβέλεια της σκέψης και της δράσης του δεν περιορίστηκε μόνο στην Ελλάδα, αλλά επεκτάθηκε και σε άλλες χώρες της Ευρώπης, όπως η Γερμανία, όπου και πέρασε πολλά χρόνια της ζωής του, σπουδάζοντας κοντά σε μεγάλους πανεπιστημιακούς και διανοητές, όπως ο Reinhart Koselleck [iii]. Έτσι, δεν αναφερόμαστε σε έναν απλά μορφωμένο και καλλιεργημένο άνθρωπο, αλλά σε μια καθαρά φιλοσοφική και πολιτικοστοχαστική μορφή.

 Έχοντας επιρροές από Weber και Nietzsche δεν δίστασε, μέσα στο έργο του, να αναπτύξει μια καυστική και ακραιφνώς πολεμική κριτική, απέναντι σε όλες τις θεωρίες και τις αντιλήψεις Ο ίδιος υποστήριζε την ύπαρξη ενός πολεμικού σύμπαντος ιδεών, μέσα στον ίδιο τον Δυτικό πολιτισμό, αλλά και σε κάθε πολιτισμό, όπου οι διαφορετικές Kοσμοαντιλήψεις «μάχονται» η μία την άλλη, για την κυριαρχία τους στο κοινωνικό Γίγνεσθαι. 

 Αυτή η αντίληψη δεν αποτελεί μια απλά πολιτική ανάλυση, ούτε μια απλή κοινωνιολογική παρατήρηση, αλλά αντιθέτως σκιαγραφεί μια Κοινωνική Οντολογία της ανθρώπινης Πράξης, ως τέτοιας, μακριά από εξωραϊσμούς προς την μια ή την άλλη κατεύθυνση ή ιδεολογία.

 Στην παρούσα μελέτη θα γίνει προσπάθεια να αναλυθεί η θεώρηση του Κονδύλη, πάνω σε αυτήν του την θέση, που εν ολίγοις περιγράψαμε παραπάνω, όπως αυτή εκτίθεται στο κύριο φιλοσοφικό και θεωρητικό του δοκίμιο Ισχύς και Απόφαση.

 Για την καλύτερη κατανόηση του φιλοσοφικού προτάγματος του Κονδύλη θα αναλυθεί συνοπτικά, κατά πρώτον η σημασία της «Ισχύος» και της «Απόφασης», ως βασικών εννοιών στο έργο του και κατά δεύτερον η σημασία τους για τον σχηματισμό των Κοσμοαντιλήψεων, οι οποίες αναπτύσσουν μεταξύ τους μια αντιθετική σχέση [iv]. 

 

1). Η «Ισχύς και η Απόφαση»

 Ξεκινώντας την ανάλυση, κατά τον φιλόσοφο τα πάντα μορφοποιούνται από την Ισχύ. Αυτή έχει μεγάλη σημασία, πέρα από το καθαρά πρωτογενή της ρόλο στον φυσικό κόσμο, και στο σχηματισμό των ιδεών. Όμως, προτού κάνουμε αναφορά στο τρόπο σχηματισμού των Κοσμοαντιλήψεων, με βάση αυτήν, πρέπει να αναλύσουμε την σημασία, καθώς και την έννοια, της Απόφασης.

 Κατά τον Κονδύλη, λοιπόν, η Απόφαση αποτελεί μια βουλητική «πράξη ή διαδικασία αποκοπής ή αποχωρισμού», μέσα από την οποία γεννιέται μια Κοσμοεικόνα, η οποία μπορεί να μας προσφέρει την «ικανότητα προσανατολισμού», που είναι αναγκαία για την Αυτοσυντήρηση μας μέσα στην «άναρχη» Φύση [v]. Αυτοσυντήρηση σημαίνει, λοιπόν, πως το έμβιο ον και δη ο άνθρωπος μόνο μέσω αυτής της διαδικασίας ερμηνείας των όσων τον περιβάλλουν, αποφασίζει να απαγκιστρωθεί από τα δεσμά της Φύσης και κινείται, πλέον, ως Ημιανεξάρτητο Ενεργούμενο μέσα στον Κόσμο που τον εμπεριέχει, μέχρι να τον καταβάλει η μοίρα και ο χρόνος.

 Πριν την Απόφαση το, οποιοδήποτε, υποκείμενο δεν μπορεί να δομήσει το a priori «όλον του Κόσμου», ο οποίος απλά υπάρχει από μόνος του, ως ένα άθροισμα αισθητηριακών εντυπώσεων, ροπών, διαφόρων τύπου κινήσεων και υλικών πραγμάτων ή φαινομένων. Μόνο με την Απόφαση, ως αξίωμα ισχύος και ενεργού καθορισμού του Κόσμου, το ανθρώπινο ον μπορεί να προχωρήσει στην δημιουργία κάτι συνεκτικού και οργανωμένου, το οποίο πριν απλά υπήρχε στα σπάργανα της σκέψης του, όπως υπάρχει, σε πιο ασχημάτιστες μορφές, σε πολλά από τα υπόλοιπα έμβια όντα.

 Έτσι, είναι γεγονός, κατά τον Κονδύλη, ότι μόνο η Απόφαση, ως αξίωμα ισχύος και ως αποχωρισμός από το φυσικό περιβάλλον, δηλαδή ως μια «αδέσμευτης» ενεργητικής κατάστασης και ερμηνείας του Κόσμου από το ανθρώπινο ον, μπορεί να δημιουργήσει πολλαπλούς κόσμους και να στοιχειοθετήσει μια δημιουργική γενεαλογία για τον σχηματισμό αξιών και αντιλήψεων [vi].

 Συνεχίζοντας, η τέλεση της Πράξης της Απόφασης προϋποθέτει μια προαπαιτούμενη αυτό-καθυπόταξη και τάξη, πέρα από μια «σύντμηση και κατάτμηση», «αφομοίωση και αποβολή», ή τέλος «συναίρεση και διαίρεση». Είναι απαραίτητη, συνεπώς, μια αφοσίωση και σταθερότητα από πλευράς υποκειμένου στον Κόσμο που έπλασε, το οποίο συλλαμβάνει και προσπαθεί να πλάσει τον Κόσμο του αυτόν, με βάση την Κοσμοεικόνα στην οποία πιστεύει.

 Λόγω αυτού, η Απόφαση, ως μια Πράξη και αξίωση Ισχύος, δεν μπορεί να οριστεί, ως κάτι «αντικειμενικό», παρότι η «κοσμοθεωρητική της κατασκευή» είναι μέρος της «πραγματικότητας» και αυτό δεν οφείλεται σε οντολογικές διαπιστώσεις περί του «πραγματικού νοήματος» του Κόσμου. Αλλά, αντιθέτως, στη διαπίστωση ότι υπάρχουν πολλές Κοσμοεικόνες, οπότε μία Κοσμοαντίληψη δεν είναι «ορθή ή μη ορθή», καθότι όλες βασίζονται σε κάποια ίχνη επαφής με την εξωτερική «πραγματικότητα», αλλά ταυτόχρονα ξεχωρίζουν από αυτήν, όπως και αναμεταξύ τους [vii].

 Η «γνώση» αυτή του διευθετημένου Κόσμου ταυτίζεται, βέβαια, με τον προσανατολισμό των στόχων και την ταυτότητα των υποκειμένων που την επικαλούνται. Καθώς, η «αντικειμενικότητα» της Κοσμοεικόνας αυτής, στην οποία πιστεύει το εκάστοτε υποκείμενο, καθίσταται γεγονός μόνο όταν αυτό θεωρεί ότι του προσφέρει «λύσεις» στην καθημερινότητα που αυτό δόμησε μονοσήμαντα, μέσω αυτής. Οι λύσεις, βέβαια, δεν αφορούν απαραίτητα καθημερινά προβλήματα, καθώς σκοπός είναι κυρίως να δίνεται, μέσω αυτών, η δυνατότητα στο υποκείμενο να έχει μια ταυτότητα και προσανατολισμό.

 Αυτό οδηγεί και στον προσδιορισμό του «εχθρού», ως αντιπάλου και ως αρνητή της ταυτότητας του και των στόχων που θέτει αυτή στον προσδιορισμένο Κόσμο του, τον οποίο ο «εχθρός» αμφισβητεί. Είναι ο «εχθρός» μάλιστα μια βασική παράμετρος κάθε Κοσμοαντίληψης, που έχει υπάρξει ανά την ανθρώπινη ιστορία, ο οποίος παρότι περιγράφεται με διάφορες λέξεις μειωτικού χαρακτήρα, διαφαίνεται σαν ένα καθοριστικό, αρνητικό αλλά ταυτόχρονα αναγκαίο στοιχείο συσπείρωσης και διάπλασης της ταυτότητας του, αντιτιθέμενου σε αυτόν, υποκειμένου.

 Το υποκείμενο περνάει σε αυτή την φάση προσδιορισμού του εχθρού, μέσα από μια τρομακτική υπαρξιακή πάλη, στον αγώνα του για την Αυτοσυντήρηση και τον Αυτοπροσδιορισμό του, όταν από την πρωταρχική ύλη του Κόσμου, που πρωτοαντίκρισε στον σκληρό κόσμο της ανερμήνευτης «πραγματικότητας», περνάει στον Κόσμο, ως διευθετημένο περιβάλλον. Καθότι, πραγματοποιείται ένα πέρασμα από τον «προκαταρκτικό» στον «ολοκληρωμένο» Κόσμο, από την «γυμνή» ύπαρξη στην ταυτότητα του υποκειμένου [viii].

 Έτσι, αυτός είναι και ο λόγος, που η στρατευμένη θεωρία περί Απόφασης, ως ορθολογιστικής κατάστασης, πάσχει, αφού όπως είχε καταγράψει ο Κονδύλης, αυτή η πίστη στον «Λόγο» και την «αλήθεια» του, δεν θα μπορούσε να είναι τίποτα άλλο πάρα μια Κοσμοεικόνα ανάμεσα στις άλλες – όπως π.χ. αυτή ενός θρησκευόμενου.

 Βέβαια, υπάρχουν χρονικοί περίοδοι, που η Αυτοσυντήρηση διατρέχει κινδύνους και έτσι καθίσταται επιτακτική μια μεγαλύτερη αυτοπειθάρχηση, μέσω της αυτοπαρατήρησης και του αυτοελέγχου, ώστε οι μεμονωμένες Αποφάσεις να ενταχθούν σε μια περιεκτικότερη και θεμελιώδη Κοσμοθεωρητική Απόφαση, με την οποία ταυτίζονται οι επιμέρους ταυτότητες των υποκειμένων.

 Κύριο γνώρισμα αυτής της θεμελιώδους Κοσμοθεωρητικής Απόφασης, είναι η πλήρης «υπαρξιακή παρουσία» του ατόμου, που πρακτικά σημαίνει παρουσία όχι μόνο της ασυνείδητης ορμής και της πρωτογενούς Αυτοσυντήρησης, αλλά της συνείδησης και του λόγου, ως συλλογιστικής διαδικασίας πλέον. Ώστε να υπάρχει, πέρα από το ψυχορμητικό κομμάτι, και η περιπλοκότητα των μηχανισμών της εκλογίκευσης, μέσα, όμως, από τα νάματα της βούλησης.

 Αυτού του είδους η Απόφαση, λόγω του ότι αφορά την υπαρξιακή διάσταση του υποκειμένου, σε όλη την καθολικότητά του, καθορίζει την καθημερινότητά του σε μεγάλο βαθμό. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι μέσω της βούλησης, που μέσα της αρθρώνεται η ορμή της Αυτοσυντήρησης, ταυτόχρονα επιτελούνται, πλέον, γνωστικές λειτουργίες και η γνώση προσλαμβάνεται μόνο ως «βουλόμενη» γνώση, έχοντας δηλαδή δομημένα κίνητρα και σκοπούς ισχύος.

 Σε αυτό το πλαίσιο το όποιο «αντικείμενο» (βλ.εξωτερική «πραγματικότητα»), υποτάσσεται στο εκάστοτε υποκείμενο, με σκοπό την ερμηνευτική του διάπλαση από αυτό το τελευταίο. Το υποκείμενο, έτσι, συνδέει την δραστηριότητά του, όχι αποκλειστικά με τις περιορισμένες ατομικές δυνάμεις του, αλλά με «ανώτερες δυνάμεις», μέσα στην σύμπνοια που έχει με την πορεία του Κόσμου, την οποία του εγγυάται η διευρυμένη αυτή Κοσμοεικόνα και με αυτό τον τρόπο αυξάνεται η Ισχύς του [ix].

 Έτσι, μπορούμε να διακρίνουμε τρία είδη υποκειμένων, με βάση τα όσα αναλύσαμε μέχρι τώρα: α)το γένος, β)την ομάδα και γ)το άτομο. Το γένος παρέχει τις αρχικές εκείνες υποδειγματικές μορφές Αποφάσεων και των συστημάτων λειτουργίας τους, ως δοκιμασμένα σύνολα, στον αρχικό και πρωταρχικό αγώνα δαμασμού της οργανικής και ανόργανης ύλης.

 Οι ομάδες και τα άτομα με βάση αυτά τα εφόδια κινούνται στον πλασμένο από αυτούς Κόσμο, αλλά περιέχονται σε ταχύτερες καταστάσεις μεταβολής και αλλαγής του προσδιοριστικού πλαισίου «εχθρός-φίλος», με βάση τα όσα προκύπτουν από την διαδικασία της Απόφασης. Σε αυτό το πλαίσιο οι μύθοι, οι θρησκείες και οι ιδεολογίες αποτελούν συλλογικές Κοσμοθεωρητικές Αποφάσεις [x]. Αφού αναλύσαμε τα παραπάνω, θα προχωρήσουμε σε μια πιο εμβριθή ανάλυση της θεωρίας αυτής του Κονδύλη, αυτή την φορά εντός του κοινωνικού πεδίου.

 

2).Η ισχύς, η απόφαση στο κοινωνικό, πνευματικό και κανονιστικό πεδίο

 Μέσα στο κοινωνικό πλαίσιο η Απόφαση, ως αξίωμα ισχύος, κατέχει έναν συγκεκριμένο ρόλο, τον οποίο και θα αναπτύξουμε. Ένα ρόλο που βασίζεται στην καίρια θέση της ταυτότητας του υποκειμένου, η οποία, όπως είδαμε, συνταυτισμένη με την γνώση και την «πίστη», διαμορφώνει την στάση του απέναντι στο «αντικειμενικό» Κόσμο, τον οποίο θεωρητικά δομεί.

 Από αυτό το γεγονός αιτιολογείται και η «αναπόδραστη» υφή της εχθρότητας προς οτιδήποτε αντιμάχεται την Κοσμοεικόνα του, μια κατάσταση που αποτελεί, εξάλλου, μια συμπληρωματική και αυτό-επιβεβαιωτική πρακτική της Κοσμοεικόνας αυτής [xi].

 Γενικά, όμως, με βάση τις ευρείες κατηγορίες των Αποφάσεων, αρχίζει και διαμορφώνεται μια Θεμελιώδης Απόφαση, η οποία θεμελιώνει έναν κοινωνικό ιστό σχέσεων (βλ.«σύστημα»). Όπου το κάθε υποκείμενο μαθαίνει πως να συμβιώνει, μέσα σε ένα οργανωμένο πλαίσιο, με άλλα υποκείμενα, και να ικανοποιεί την ανάγκη του για Αυτοσυντήρηση μέσω συγκράτησης των ορμών του και μέσω υποχωρήσεων, οι οποίες βασίζονται σε κανονιστικά-ηθικά εποικοδομήματα και ιδεώδη.

 Πιο συγκεκριμένα το κοινωνικό σύνολο «υψώνεται» πάνω από τις ατομικές υπάρξεις και ομάδες, ως η υπέρτατη αξία την οποία πρέπει να προασπίσουν ή να θεραπεύσουν επικεντρώνοντας εκεί τις αξιώσεις ισχύος τους. Αυτές οι ομάδες και οι ατομικές υπάρξεις πρέπει να συμφωνήσουν σε ένα Κοσμοθεωρητικό «νόημα ζωής», με κοινούς στόχους, ώστε να καθοδηγήσουν προς τα εκεί την συλλογική ορμή, προς την Αυτοσυντήρηση, όλων των μελών της κοινωνίας. Σε περίπτωση έλλειψης αυτού του νοήματος δεν μπορεί να δοθεί κάποιος σκοπός, για τον οποίον θα μπορούσαν να θυσιαστούν τα μέλη της κοινωνίας [xii].

 Όλα αυτά, βέβαια, υπό την προϋπόθεση ύπαρξης «δεσμευτικών κανονιστικών αρχών», ήτοι ηθικών – δεοντολογικών πλεγμάτων, οι οποίες συντρέχοντας το «νόημα της ζωής», αποτελούν μια δεσμευτική και αξιακά ιδεατή πειθάρχηση για τις ομάδες και την κοινωνία, εν συνόλω. Με αυτόν τον τρόπο αποφεύγεται η διάλυση και η πολυδιάσπαση του κοινωνικού συνόλου σε, μεμονωμένες και ατομικιστικά προσδιορισμένες, «αυτόνομες βουλήσεις» [xiii].

 Αυτός είναι ο λόγος που πολλές φορές ένας οποιοσδήποτε «Κυρίαρχος» προασπιζόμενος την «ιδεατή φύση» του συνόλου, το οποίο «υπηρετεί», κατορθώνει να κυριαρχεί, όντας ο ίδιος όχι ένας απογυμνωμένος καταπιεστής, αλλά αντίθετα προασπιστής μιας Απόφασης, με αξιώσεις «αντικειμενικής» πραγματικότητας και των κανονιστικών-ηθικών αρχών της.

 Συνεχίζοντας, αυτός είναι και ο λόγος, επίσης, για τον οποίο οι όποιες ιδεολογίες δεν θα σταματήσουν ποτέ να υπάρχουν. Αφού, μέσω της πίστης σε μια υπέρτατη κανονιστική αξία ή αρχή, η οποία ομοιάζει με αυτή που θέτει το εκάστοτε κοινωνικό σύνολο, το άτομο αυτό-ανατιμάται, ταυτιζόμενο με αυτή, και έτσι φτάνει στο επίπεδο να παράγει νέα μορφές συλλογικού «νοήματος για την ζωή», που «ξεπερνούν» την απλή και φαινομενική πειθάρχηση στην κοινωνική ζωή.

 Αυτό παρατηρείται ακόμη και σε ημι-θρησκευτικές ή ακραιφνώς θρησκευτικές αντιλήψεις ζωής, που διδάσκουν, φέρ’ ειπείν, την παραίτηση από την ατομική ισχύ για χάρη ενός πεπρωμένου, ενός κισμέτ ή μιας νομοτελειακής πορείας της ιστορίας. Αυτές, όμως, προσπορίζουν ισχύ ακριβώς από αυτή την κατάσταση, διότι διδάσκουν την αδυναμία και την ασημαντότητα σε «ανώτερες δυνάμεις», με σκοπό να κυριαρχήσουν στους «πιστούς» τους [xiv].

 Για να αποφευχθεί, όμως, η εμφάνιση μιας ατομικής και εναλλασσόμενης μορφής «πίστης» σε αξίες, καθιερώνεται μια, πιο ευρείας μορφής, αντίληψη περί Εκείθεν και Εντεύθεν. Δηλαδή, περί ενός «υπερβατικού» πλαισίου και ενός πιο «αντικειμενικού» και κοσμικού [xv], χωρίς το οποίο δεν υπάρχει η «συνείδηση του εκλεκτού» και η «αντικειμενική δικαίωση».

 Σε αυτό το πλαίσιο ο «εχθρός» είναι μια παρουσία στο Εντεύθεν, που συμβολίζει τον λόγο της ύπαρξης των κανονιστικών-ηθικών αρχών, οι οποίες αρχές υπάρχουν σε ένα Εκείθεν το οποίο θα πραγματωθεί στην Γη ιδεατά, μόνο με την εξαφάνιση του εχθρού και την επικράτηση του Ιδεώδους της Κοσμοθεωρίας αυτής. Έτσι, η «πραγματική» ζωή είναι ένα πεδίο έκφρασης μιας Επίφασης και δεν έχει καμιά σχέση με το «πραγματικό» Είναι, από την στιγμή που η ουσία του Είναι αυτού δεν κυριαρχεί ακόμη και παραμένει, ιδεωδώς, σε ένα Εκείθεν. Ο «εχθρός», λοιπόν, αποκτά μια θέση στην Επίφαση αυτή, ως μη μετέχων τα κανονιστικά-ηθικά αξιακά δεδομένα ενός «αληθινού» Είναι, και με αυτόν τον τρόπο αποφεύγεται, σε περίπτωση υλικής ήττας και λογικών οπισθοδρομήσεων, η αποκαρδίωση των «πιστών» της Κοσμοθεωρίας [xvi]. Βέβαια, εντός ενός κοινωνικού πλαισίου η Κοσμοθεωρία, η οποία πλάθει την ανάλογη Κοσμοεικόνα, μέσω μιας Απόφασης, δεν μένει απαραίτητα σταθερή ή κυριαρχούσα για πάντα αλλά γίνεται επίκεντρο νέων συγκρούσεων των «κοινωνικοποιημένων» υποκειμένων.

 Έτσι, πρέπει να πούμε σε αυτό το σημείο, ότι με την σχηματοποίηση μιας τέτοιας διευρυμένης Κοσμοεικόνας, το υποκείμενο λαμβάνει και πάλι ρόλο με την μορφή μιας έμμεσης ερμηνευτικής δραστηριοποίησης πάνω στις έννοιες και τους όρους της Κοσμοεικόνας αυτής. Καθώς, από αυτήν του την δραστηριότητα θα καθοριστεί αν μια κυριαρχούσα Απόφαση, στην οποία στηρίχθηκε η, όλη μέχρι τότε, κοινωνική σχηματοποίηση θα λάβει την δική της αποκρυσταλλωμένη ανανεωμένη εννοιολόγηση ή θα αντικατασταθεί από άλλη. Αν μια νέα εννοιολόγηση, μιας νέας διευρυμένης Απόφασης, επικρατήσει τότε ακόμη και αυτοί που την αντιστρατεύονταν αρχικά, τώρα αναγκαστικά θα συμπλεύσουν, μαζί με τις δικές τους αξιώσεις ισχύος, με την γλώσσα εκφοράς της.xvii Έτσι, σε αυτήν την υπαρξιακή στράτευση, όπου η υποκειμενική Απόφαση, συμπορεύεται με μια θεμελιώδη Απόφαση, δεν γίνεται σύγκρουση απρόσωπων αξιών, αλλά ομαδοποιημένων υποκειμένων και αντίθετων Κοσμοθεωριών, άρα και Αποφάσεων [xviii].

 Για αυτόν τον λόγο το αποκαλούμενο «πνεύμα», δηλαδή η a priori μορφή της Κοσμοαντίληψης, το οποίο και εμφανίζει μια αντοχή στις αντιξοότητες, δεν αποτελεί προνόμιο μιας οποιασδήποτε «αρετής», αλλά, αντιθέτως, είναι το αρχικό ζητούμενο στην διαδικασία απόκτησης ισχύος στις οργανωμένες κοινωνίες, όντας ένα βασικό ή και εξελίξιμο στοιχείο της «ψυχής» ενός Πολιτισμικού πλαισίου. Το «πνεύμα», έτσι, απλά επιτελεί μια υπόταξη του «αμιγώς ζωικού στοιχείου» για χάρη της απόκτησης ισχύος και αυξάνει, έτσι, την έμμεση αγωνιστικότητα και επιθετικότητα ατόμων και ομάδων εντός κοινωνικού συνόλου. Με αυτή του την ταυτότητα το «πνεύμα» αποκτά μια ισχυρή κανονιστική θέση [xix]. Αυτό διαφάνηκε, ιστορικώς, ξεκάθαρα όταν έννοιες, όπως η πνευματικοποιημένη Διαφωτιστική δυάδα «φύση και ύλη», αντικατέστησαν παλιές ιδιότητες τις οποίες κατείχε ο θεός της χριστιανικής δογματικής, πράγμα που καταδεικνύει την διαχρονικότητα τέτοιων επιταγών κανονιστικής κυριαρχίας του «πνεύματος», έναντι του υλικού κόσμου της «άναρχης» Φύσης [xx].

 Κλείνοντας, το υποκείμενο όταν εκφράζει την «πίστη» του σε κάποιες ιδέες, δηλώνει ταυτόχρονα στους άλλους πως θα ακολουθήσει μια ειδική συμπεριφορά και θα πραγματοποιήσει συγκεκριμένες πράξεις που συμπλέκονται με την «πίστη» αυτή [xxi]. Σε αυτό το πλαίσιο έγκειται και η σημασία της πολεμικότητας, ως ίδιον γνώρισμα των ιδεών, καθότι, εκφραζόμενες από την υπαρξιακή αγωνία και την πάλη μεταξύ των ομαδοποιημένων υποκειμένων, δεν μπορούν να είναι άμορφες και ουδέτερες, αλλά πρέπει να έχουν μια αντιθετική χροιά, αφού συμμετέχουν εμπράκτως στην κοινωνική ζωή, άρα «έχουν» και οι ίδιες Ζωή! Εξ’ ού και η εμφάνιση μιας ταυτόχρονα «αισιόδοξης» και «απαισιόδοξης» διπολικότητας, με την μορφή μιας διαρκούς πάλης με έναν εχθρό και εξαγγελίας μιας μελλοντικής εξάλειψής του.

 Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι οι θεωρίες που προκύπτουν είναι νεοφανείς, αλλά τις περισσότερες φορές τα νέα εμπειρικά και νοητικά δεδομένα, που (επαν-)«ανακαλύπτονται» προσαρμόζονται στις διαμάχες των ιδεών, οπότε και πραγματοποιείται μια ανάμειξη παλιών και νέων δεδομένων. Για αυτόν τον λόγο οι ιδέες δεν κινούνται στο επίπεδο των «πραγμάτων» (βλ.εξωτερική «πραγματικότητα»), αλλά των ερμηνειών πάνω σε αυτά [xxii]. Αυτό γίνεται διότι μια ιδέα πρέπει να είναι ανταγωνιστική, σε όλα τα ζητήματα που αφορούν την αντίπαλη αυτής ιδέα, ώστε να έχει αξίωση ισχύος και επικράτησης έναντι αυτής. Εξάλλου, όσο περισσότεροι οι πολεμικοί στόχοι, τόσο περισσότερο περίπλοκη μορφή αποκτάει αυτή, όπως και αποκρυσταλλωμένη θεώρηση περί κόσμου [xxiii].

 Συνεπώς, ο Κονδύλης καταλήγει στο ότι το κανονιστικό Δέον μιας διευρυμένης Κοσμοθεωρητικής Απόφασης, έγκειται στο εκάστοτε εκλεπτυσμένο «γούστο» των οργανωμένων σε «εχθρικά στρατόπεδα» υποκειμένων, το οποίο διαμορφώνεται μέσα από την πολεμική διάθεση και τις βαθύτερες «κλίσεις και προσδοκίες» της τραγικής ανθρώπινης ύπαρξης [xxiv].

 

Συμπεράσματα

 Είναι γεγονός ότι ζούμε σε μια εποχή αυτό-αναφορική, όπου όλοι – ή οι περισσότεροι, ακόμη και οι «άνθρωποι του πνεύματος», προσπαθούν να ερμηνεύσουν τον Κόσμο και δη τις περασμένες εποχές και ιδέες, με βάση μια συγκεκριμένη και σύγχρονη «ορθολογική» και «αντικειμενική αλήθεια», που, όμως, δεν είναι απαραίτητα ούτε «ορθολογική» ούτε «αντικειμενική». Και αυτό διότι η θεωρητική τους αυτή θέση και αντίληψη περί Κόσμου και Κοινωνίας, αποτελεί, εν τέλει, μια αξιολογική ανασκόπηση εμπειρικών και νοητικών φαινομένων, τα οποία και ερμηνεύουν υποκειμενικά, με βάση την εποχή τους και όχι με βάση το πεδίο δράσης της ανάλογης εξεταζόμενης περίπτωσης [xxv].

 Ο Παναγιώτης Κονδύλης, έχοντας καταλάβει τις πλάνες των «ορθολογιστών», των «ηθικιστών» και των πάσης φύσεως οπαδών του «Λόγου» και της μιας «Αλήθειας», προσπάθησε, μέσα από μια μέθοδο «αξιολογικής ελευθερίας», να τεκμηριώσει την άποψή του ότι όλες οι Κοσμοαντιλήψεις και οι Κοσμοεικόνες τους βασίζονται σε μια Απόφαση, δηλαδή σε μια πράξη που έχει σκοπό και αξίωση την Ισχύ, εντός ενός Κοινωνικού Συνόλου.

 Δεν διστάζει, λοιπόν, να γράψει ότι η αυστηρή «μεταφυσική» και «ηθική» είναι δίοδοι αποφυγής και ταυτόχρονα απέχθειας για τον παρόντα Κόσμο· τον οποίο ο ίδιος, όντας ένας άνθρωπος με συνείδηση του τετριμμένου αλλά ταυτόχρονα και του μεγαλείου της προσπάθειας του ανθρώπου να επιβιώσει και να γίνει ισχυρός, τον βρίσκει να έχει «άπειρο ενδιαφέρον», χωρίς να περιπλέκεται, έτσι, σε μνησίκακους, υποκριτικούς και άσκοπους ηθικισμούς, όπως έγραψε πολύ σωστά κάποτε ο, εξίσου σημαντικός διανοητής, Ευάγγελος Λεμπέσης, για τους αντίστοιχους αναζητητές του ενός «Δέοντος» και της μιας «Αλήθειας» της εποχής του [xxvi].

 Τέλος, η πεποίθηση του αυτή για την αξίωση ισχύος, εντός ενός υπαρξιακού αγώνα των οργανωμένων ανθρωπίνων υποκειμένων, εντός του κοινωνικού τους πλαισίου, δεν είναι μια απλή «σχετικοποίηση» των ανθρωπίνων ή μια απολυτικοποιημένη παρατήρηση περί της αντιπαλότητας ή της έχθρας σε πολιτικό, κατά κόρον επίπεδο, όπως κάνει ο Schmitt [xxvii]. Αλλά, αντιθέτως, αφορά όλη την «εσωτερική» λογική της ανθρώπινης συμπεριφοράς και των δομών της από σκοπιά τόσο πολιτική, όσο ιστορική και κοινωνιολογική [xxviii].

 Έτσι, φέρνει εμπρός μας μια αρκετά πρωτότυπη, νιτσεϊκών και βεμπεριανών επιρροών, Κοινωνική Οντολογία, η οποία καθίσταται απαραίτητη για οποιονδήποτε ασχολείται με την Ιστορία των Ιδεών και προσπαθεί να ερμηνεύσει την πραγματικότητα, χωρίς άκαιρους δογματισμούς και «ηθικές αρετές», μεταφυσικού ή άλλου περιεχομένου [xxix].



 

i. Μεταφορά στα νέα ελληνικά, από το Henri Bergon, Η Δημιουργός Εξέλιξης, μτφρ.Κωνσταντίνος Θ. Παπαλεξάνδρου, Γιώργιου Ι.Βασιλείου, Αθήνα 1925, σελ.253.

ii. Για μια συνολική εποπτεία της ζωή, του έργου και της σκέψης του Παναγιώτη Κονδύλη, βλ.Γιώργος Καραμπελιάς, Παναγιώτης Κονδύλης: Μια διαδρομή, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2018.

iii. Βλ. Θεόδωρος Ντρίνιας, «Αναζητώντας τις ρίζες της παθογένειας της σύγχρονης κοινωνίας: Η συμβολή του Reinhart Koselleck», ResPublica, τχ.2, Δεκέμβριος 2019, σελ.113, 118 και Reinhart Koselleck, Critique and Crisis: Enlightenment and the Pathogenesis of Modern Society, The MIT press, Cambridge 1988, σελ.6, 53.

iv. Πρέπει να διευκρινίσουμε σε αυτό το σημείο, ότι το παρόν άρθρο αποτελεί σύνοψη μιας μεγαλύτερης εργασίας, πάνω στην φιλοσοφία του Παναγιώτη Κονδύλη. Οπότε η σκιαγράφηση των θέσεων του φιλοσόφου θα πραγματοποιηθεί, για πρακτικούς λόγους, με πιο ευσύνοπτη μορφή από αυτή της αρχικής μελέτης.

v. Παναγιώτης Κονδύλης, Ισχύς και Απόφαση, μτφρ.Παναγιώτης Κονδύλης, Στιγμή, Αθήνα 2012, σελ.23.

vi. Στο ίδιο, σελ.68-69.

vii. Στο ίδιο, σελ.25-26, 29.

viii. Στο ίδιο, σελ.30-33, 36-37, 62-63, passim και Παναγιώτης Κονδύλης, Επιστήμη, Ισχύς και Απόφαση, Στιγμή, Αθήνα 2001, σελ.28.

ix. Στο ίδιο, σελ.43-44, 47-51, 54-55, 58-60, passim.

x. Στο ίδιο, σελ.65-66, 72, 76-77, 108.

xi. Στο ίδιο, σελ.84, 86.

xii. Στο ίδιο, σελ.90-92.

xiii. Στο ίδιο, σελ.95,97.

xiv. Στο ίδιο, σελ.100-103.

xv. Μια πρωτογενής αντίθεση ανάμεσα στην ύλη και το πνεύμα, η οποία υπάρχει σε όλες τις θρησκείες και σε όλες τις αντιλήψεις, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, κατά τον Κονδύλη (Παναγιώτης Κονδύλης, Ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός, τ.1, Θεμέλιο, Αθήνα 2004, σελ.17).

xvi. Παναγιώτης Κονδύλης, Ισχύς και Απόφαση,, σελ.115 και Παναγιώτης Κονδύλης, Η Ηδονή, η Ισχύς, Ουτοπία, μετ. Παναγιώτης Κονδύλης, Στιγμή, Αθήνα 2013, σελ.109, όπου αναλύεται το γιατί ακόμη και οι Ουτοπίες πάνω στην πραγμάτωση τους, επειδή ακριβώς έχουν αξιώσεις ισχύος, καταφεύγουν και καταλήγουν σε καταστάσεις βίας, πάνω στην προσπάθεια να πραγματώσουν το καθορισμένο για αυτές Ιδεατό.

xvii. Στο ίδιο, σελ.112-114, 127-129.

xviii. Στο ίδιο, σελ.132-135.

xix. Στο ίδιο, σελ.143-145, 147-149.

xx. Παναγιώτης Κονδύλης, Ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός, τ.2, σελ.13 και εξής.

xxi. Παναγιώτης Κονδύλης, Ισχύς και Απόφαση, σελ.152-155, 160.

xxii. Στο ίδιο, σελ.178-180, 183.

xxiii. Στο ίδιο, σελ.192, 195. 

xxiv. Στο ίδιο, σελ.230. 

xxv. Quentin Skinner, Θεωρήσεις της Πολιτικής: Σχετικά με την Μέθοδο, μτφρ.Γιώργος Καράμπελας, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2008, σελ. 93-94 και 108-109. 

xxvi. Παναγιώτης Κονδύλης, Ισχύς και Απόφαση, σελ.231-232 και Ευάγγελος Λεμπέσης, Η παρακμή της Δύσεως: Εισαγωγή στην φιλοσοφία του Σπέγγλερ, Έξοδος, Αθήνα 2020, σελ.77.

xxvii. Παναγιώτης Κονδύλης, «Συνέντευξη», Νέα Κοινωνιολογία, τχ.25, Άνοιξη 1998, σελ.23, Παναγιώτης Κονδύλης, Το Αόρατο Χρονολόγιο της Σκέψης, Νεφέλη, Αθήνα 1998, σελ.106-7. Για τον Σμιτ βλ.http://www.respublica.gr/2021/01/post/schmittagamben, http://www.respublica.gr/2021/01/post/agsmit2 και Carl Schmitt, Η έννοια του Πολιτικού, μτφρ.Αλίκη Λαβράνου, Κριτική, Αθήνα 2009, σελ.62, όπου ο Σμιτ ορίζει το Πολιτικό ως αυτόνομο από άλλους κλάδους και ως καθοριζόμενο, αποκλειστικά, από τις έννοιες «εχθρός και φίλος». Σε αυτό διαφωνεί, εμφανώς, ο Κονδύλης, ο οποίος παρατήρησε, ότι το Πολιτικό εμπεριέχει περισσότερες ιδιότητες από αυτές της έχθρας και της φιλίας και ταυτόχρονα το θεωρεί συνυφασμένο με την Κοινωνική Πραγματικότητα, και όχι το αντίστροφο. 

xxviii. Παναγιώτης Κονδύλης, Το Αόρατο Χρονολόγιο της Σκέψης, σελ.9.

xxix. Βλ.για την κονδυλική κοινωνική οντολογία, Παναγιώτης Κονδύλης, Το Πολιτικό και ο Άνθρωπος, μτφρ.Λευτέρης Αναγνώστου, Θεμέλιο, Αθήνα 2007.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου