3 Ιουλίου 2020

Η κυκλικότητα της Ιστορίας και η θεώρηση του Arnold Toynbee

Προσφάτως δημοσιεύσαμε στην Φιλαλήθεια μία ευσύνοπτη πραγματεία περί της ιστορικής κοσμοθεάσεως του Oswald Spengler. Για τον Spengler (1880-1936), έκαστος πολιτισμός (εμπνεόμενος υπό μίας μοναδικής κοσμοαντιλήψεως) ακολουθεί αυτόνομα τον δικό του ψυχισμό, αλλά η ζωή όλων των πολιτισμών ακολουθεί κοινές φάσεις, που προσιδιάζουν στα ηλικιακά στάδια ενός ζήσαντος οργανισμού. Βέβαια, δεν ήταν δική του η σύλληψη της ανθρωπίνης Ιστορίας ως (καθορισμένης ή τυχαίας) επαναλήψεως μιας αλληλουχίας συμβάντων. Σπέρματα της θεωρήσεως αυτής δυνάμεθα να εντοπίσωμε στον Θουκυδίδη (5ος αιών π.Χ.), κατά τον οποίον τα κίνητρα και τα πάθη της ανθρωπίνης φύσεως δεν αλλάζουν, επάγοντας την αέναη επανάληψη ιστορικών καταστάσεων, αργότερα στον Πολύβιο (2ος αιών π.Χ.) αναφορικά με την ανακύκλωση πολιτευμάτων καθώς και σε άλλους αρχαίους πολιτισμούς (αιγυπτιακό, κινεζικό κ.α.). Ο Άραβας Ibn Khaldun (14ος αιών μ.Χ.) χρησιμοποίησε κυκλικά υποδείγματα στην ιστορική περιγραφή, ενώ ο Giambattista Vico (1668-1744) αποτελεί τον θεμελιωτή της κυκλικής θεωρίας στην Δύση.

Στον αντίποδα, υπήρξαν στοχαστές οι οποίοι αντελαμβάνοντο την Ιστορία ως πρόοδο, ως μία γραμμική πορεία του ανθρώπου προς την τελείωση. Τούτη η θεώρηση -που ως φαίνεται διαπνέει την σύγχρονη «προοδευτική» διανόηση- ενοποιεί αφηρημένως άπαντες τους διαφορετικούς πολιτισμούς σε έναν ενιαίο «πανανθρώπινο». Αυτή η κοντόφθαλμη προσέγγιση παγιώθηκε κατά την δυτική νεωτερικότητα και νοηματοδότησε την μαρξιστική ερμηνευτική του διαλεκτικού υλισμού, την οποίαν ανέκαθεν ακολουθούσεν αθόρυβα και το ακαδημαϊκό κατεστημένο των λιμπεραλιστικών δημοκρατιών. Ωσάν άλλη γεωκεντρική Ιερά εξέταση, η γραμμική θεώρηση εξαναγκάζει τον κόσμο να περιστραφεί γύρω από τον δικό της, δυτικό «πλανήτη». Έχει υποτεθεί μετ’ επιτάσεως ότι αντλεί την καταβολή της εκ της χριστιανικής εσχατολογίας ως σχηματιζούσης ένα ευθύγραμμο χρονικό βέλος από την Δημιουργία έως την Δευτέρα Παρουσία. Στην πραγματικότητα, περισσότερο συγγενές της φαίνεται να είναι το χιλιαστικό όραμα του Joachim της Fiore (1135-1202), ο οποίος χώρισε την ανθρώπινη ιστορία στις εποχές (χιλιετίες) του Πατέρα, του Υιού και του Πνεύματος. Κατά την ιταλική Αναγέννηση, οπόταν οι ουμανιστές επόθησαν να αποτινάξουν την γοτθική παράδοση, ο Flavio Biondo (1392-1463) διοχέτευσε αυτήν την τριαδική διάκριση εποχών στον εκκοσμικευμένο ιστορικό άξονα αρχαιότητα> μεσαίωνας> νεωτερικότητα. Οι μεταφυσικώς οριζόμενες εποχές του Joachim μας ενθυμίζουν, επιπλέον, το συγκρητιστικό παραθρησκευτικό κίνημα New Age, που γύρω στο 2000 μιλούσε για μετάβαση από την εποχή του Ιχθύος στην εποχή του Υδροχόου. Παρά ταύτα, εις ό,τι αφορά τον Χριστιανισμό, εξ αυτού απορρέει και η έννοια της Αναστάσεως, το ύψιστο σύμβολο σωτηριολογικής αναγεννήσεως. Επί αυτού του συμβόλου (ενδεχομένως και επί της χριστιανικής ηθικής), στηρίχθηκε η περί ιστορίας φιλοσοφία του Arnold Toynbee (1889-1975).

Ο Toynbee, σε αντίθεση με τον Spengler, ήταν μέρος του ακαδημαϊκού και πολιτικού κατεστημένου της χώρας του, της Αγγλίας, έχοντας εργασθεί -συνήθως από καθέδρας- στο Balliol College, στο London School of Economics, στο Royal Institute of International Affairs, στο βρετανικό Υπουργείο Εξωτερικών και σε άλλα εγνωσμένου κύρους ιδρύματα. Εξειδικεύθηκε στο Ανατολικό Ζήτημα και, διατελέσας καθηγητής νεοελληνικής και βυζαντινής ιστορίας στο Kings College, προήγαγε τις ελληνικές θέσεις κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ωστόσο, στην δεκαετία του 1920 μετά την απόπειρα επεκτάσεως των Ελλήνων στην Ανατολία, υιοθέτησε φιλοτουρκικές απόψεις. Παρεμφερής ήταν η αλλαγή των απόψεών του για την ίδρυση ιουδαϊκού κράτους στην Παλαιστίνη. Από φιλοσιωνιστής κατέληξε αντισιωνιστής, υποστηρίζοντας ότι η εκ μέρους των Ισραηλιτών εφαρμογή μιας καρικατούρας δυτικού έθνους-κράτους δεν συνήδε με το πολιτισμικό υπόβαθρό τους και μόνον κακό μπορούσε να προκαλέσει.

Κατά την περίοδο 1934-1961, ο Toynbee εξέδωσε το magnum opus του, το μνημειώδες δωδεκάτομο “A Study of History”. Εκεί αναλύει δίχως οικονομοκρατικές ή εθνικιστικές προκαταλήψεις την παγκόσμιον ιστορία αρχικώς σε 26 διαφορετικούς πολιτισμούς, μεταξύ των οποίων έχουν υπάρξει σχέσεις αλληλεπιδράσεως ή ακόμη και διαδοχής. Ενδεικτικά αναφέρει, κυρίως στο έργο του “The Greeks and Their Heritages(Oxford University Press, 1981), ότι στην κουλτούρα των νεοελλήνων απαντώνται στοιχεία της κλασικής αρχαιότητος αλλά και βυζαντινά. Αφορμή για την εντατικότερη ενασχόλησή του με την σκιαγράφηση της οικουμενικής ιστορίας στάθηκε το 1922 η θέαση Βουλγάρων χωρικών με σκούφους σαν εκείνους που σύμφωνα με τον Ηρόδοτο φορούσαν οι στρατιώτες του Ξέρξη. Σε γενικές γραμμές λάτρευε την ελληνορωμαϊκή ιστορία, σε βαθμό που οι συχνοί παραλληλισμοί του με εκφάνσεις εκείνης έγιναν αντικείμενο κριτικής. 

Μερικοί από τους πολιτισμούς που διέκρινε καθ’ όλην την διάρκεια της σταδιοδρομίας του είναι: ο σουμεριανός, ο βαβυλωνιακός, των Χετταίων, o αιγυπτιακός, ο μινωικός, ο (αρχαίος) ελληνικός, ο άπω ασιατικός, ο σινικός, των Άνδεων, του Γιουκατάν, των Μάγια, ο μεξικανικός, ο προ-ινδικός, ο ινδικός, ο περσικός, ο αραβικός, ο κυρίως ο ορθόδοξος χριστιανικός, ο ορθόδοξος ρωσικός, ο δυτικός, οι «abortive» (άπω δυτικός χριστιανικός-αμερικανικός, άπω ανατολικός χριστιανικός, σκανδιναβικός και συριακός) και οι «arrested» (σπαρτιατικός, πολυνησιακός, των Εσκιμώων, νομαδικός και οθωμανικός).  

Παρότι και αυτός ομιλεί περί κύκλων ακμής και παρακμής πολιτισμών, ο Toynbee προσπάθησε να λάβει αποστάσεις από τους δογματικούς αφορισμούς του Spengler, επικαλούμενος τον εμπειρισμό στην ιστορική μέθοδό του. Απέρριψε τον άτεγκτο φαταλισμό εκείνου, δίδοντας αξία στο αυτεξούσιο της ανθρωπίνης βουλήσεως. Ωστόσο, ερμηνεύοντας τις διάφορες πολιτιστικές εκφάνσεις υπερθεματίζει στους μύθους, τις αλληγορίες και τις θρησκείες που αντανακλούν τον ψυχισμό του Πολιτισμού και του παρέχουν δημιουργική ώθηση. Επιπλέον, πιστεύει ότι η δημιουργική δύναμη ενός λαού με θνήσκοντα πολιτισμό μπορεί να αναπτερωθεί διαμέσου μιας νέας ζωντανής θρησκείας, ικανής να επανεκκινήσει έναν πολιτισμικό κύκλο (διαφορετικό του προηγουμένου). Για τον Toynbee, οι Έλληνες, οι Εβραίοι και οι Κινέζοι είναι οι λαοί με τις περισσότερες πολιτιστικές παραστάσεις και ως εκ τούτου την μεγαλύτερη ιστορική μνήμη (The Greeks and Their Heritages, Oxford 1981, σ.2).   

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο «μηχανισμός» που προτείνει για την εξέλιξη του πολιτισμού. Σύμφωνα με τον Toynbee, στην διαμόρφωση ενός πολιτισμού πρωτοστατεί πάντοτε μία μειονότητα δημιουργικών ανθρώπων. Σε όλες τις εποχές και τις περιοχές εντοπίζονται προικισμένοι και εν δυνάμει δημιουργικοί άνθρωποι, αλλά πραγματικά «εκλεκτοί» είναι εκείνοι  που θα αξιοποιήσουν τις πολιτικές, στρατιωτικές, οικονομικές, κοινωνικές και θρησκευτικές συνθήκες της συγκυρίας για να ανεύρουν λύση σε ένα μείζον πρόβλημα, γοητεύοντες τις μάζες. Το αντίξοο -και όχι το ευνοϊκό- περιβάλλον κινητοποιεί την ανθρώπινη εγρήγορση, καθώς οι εξαιρετικές ανάγκες απαιτούν εξαιρετικές ιδιοφυΐες. Σε τεχνικό επίπεδο, τα απέραντα έλη της Μεσοποταμίας είχαν ωθήσει τους Σουμερίους στην επινόηση συστημάτων αρδεύσεως μεγάλης κλίμακος και κατ’ επέκταση στην γεωργική επανάσταση. Σε κοινωνικό επίπεδο, το πολιτικό χάος της ανερμάτιστης μετα-ρωμαϊκής Ευρώπης έδωσε στο Βατικανό την ευκαιρία να εντάξει τα μέχρι πρότινος αλληλοσυγκρουόμενα γερμανικά βασίλεια σε μία θρησκευτική ενότητα, εγκαινιάζοντας μία νέα πνευματική τάξη. Ο Toynbee ονόμασε το φαινόμενο «Challenge and response» (πρόκληση και αντίδραση).

Τονίζει ότι η ιστορία γράφεται από ήρωες και πρωτοπόρους προσωπικότητες, όπως ο Μωυσής, ο Βούδας, ο Απόστολος Παύλος και ο Μωάμεθ, οι οποίοι, αφού αποτραβηχτούν για λίγο από τα εγκόσμια, επανέρχονται στην κοινωνία προκειμένου να μυήσουν στο όραμά τους την δημιουργική μειονότητα. Τότε η ψυχή των ολίγων δημιουργικών ανθρώπων πλημμυρίζει από ζωτική ορμή. Με το τολμηρό παράδειγμά των εμπνέουν την πρωτόγονη παθητική μάζα, η οποία δια της μιμήσεως τους ακολουθεί ανάγουσά τους σε ηγέτες. Η φυσιογνωμία του καλέσματος της ελίτ και της ανταποκρίσεως του λαού σχηματοποιεί τον αξιακό κώδικα του επικειμένου πολιτισμού, τον τρόπο δια του οποίου οι φορείς του αντιλαμβάνονται τον κόσμο και την ζωή. Ο πολιτισμός στην αρχική του φάση είναι πνευματικός, όμως στην πορεία, καθώς η θεολογία, η κοινωνική ηθική και οι τέχνες φθίνουν, γίνεται τεχνικός και υλιστικός.

Παραλλήλως η ελίτ χάνει την πολιτιστική δημιουργικότητά της και απογυμνώνεται. Είτε δεν ανακύπτουν νέα προβλήματα ελέω τρυφής είτε δεν ανευρίσκονται οι απαιτούμενες λύσεις. Η δημιουργική μειονότητα μετατρέπεται σταδιακά σε κυριαρχική μειοψηφία, η οποία αρχίζει να καταδυναστεύει την μάζα μη μπορώντας πλέον να της εμπνεύσει εμπιστοσύνη. Η μάζα των υπηκόων («εσωτερικό προλεταριάτο») αντιδρά και ξεσπούν κοινωνικές αναταραχές. Ταυτοχρόνως, το κράτος πασχίζει για να μην υπονομευθεί από τους εξω-πολιτισμικούς «βαρβάρους» του «εξωτερικού προλεταριάτου» (γερμανικά φύλα για την Ρώμη ή Τρίτο Κόσμο για την Δύση). Εν τέλει η διαπλεκόμενη ένταση εκτονώνεται θετικά, αφού η ελίτ οικοδομήσει ένα οικουμενικό κράτος (βλ. ρωμαϊκή αυτοκρατορία) και το «εσωτερικό προλεταριάτο» μία οικουμενική θρησκεία. 

Σε αυτήν την φάση η παρακμή του πολιτισμού είναι έκδηλη στους πάντες και αναδύονται τέσσερα ανθρωπολογικά ρεύματα: α) αυτοί που προσδοκούν στην αναβίωση του παρελθόντος (archaism), β) αυτοί που προσδοκούν στο μέλλον ό,τι κι εάν αυτό επιφυλάσσει (futurism), γ) αυτοί που απλώς εγκαταλείπουν τις τραγικές εξελίξεις και κλείνονται στον εαυτό τους (detachment), δ) οι εν δυνάμει αναμορφωτές που προτίθενται να ασπαστούν ένα νέο ιδανικό ή μια νέα θρησκεία που θα αναγεννήσει τον πολιτισμό, όπως οι Χριστιανοί των πρώτων αιώνων, οι εν δυνάμει «εκλεκτοί» του επομένου πολιτισμικού κύκλου (transcendence).

Κατά την τεταμένη φάση του Ψυχρού Πολέμου, ο Toynbee θεώρησε πως οι Η.Π.Α. και η Ε.Σ.Σ.Δ. έχουν την προοπτική να δημιουργήσουν ένα «καθολικό κράτος», αλλά χαρακτήρισε την δεύτερη ως υλιστική αίρεση απειλούσα τα θεμέλια της χριστιανικής Δύσεως (παράδειγμα ενός εν μέρει εξωτερικού προλεταριάτου). Δεν γνώριζε προφανώς ότι στις προσεχείς δεκαετίες ο «χριστιανικός» χαρακτήρας της Δύσεως θα διαλυόταν από τις δικές της υπερδομές. Ο Toynbee απεπειράθη την πρόβλεψη ότι στον 21ο αιώνα ο δυτικός πολιτισμός είτε θα τροποποιηθεί εγκολπώνοντας τον ισλαμικό, τον ινδικό και τον άπω ασιατικό είτε θα οικοδομήσει το «οικουμενικό κράτος» και ακολούθως θα αποσυντεθεί, όπως η Ρώμη. Ήταν αναμενόμενο οι τολμηρές απόψεις του να βρεθούν στο επίκεντρο διαφόρων κριτικών και το έργο του δεν άργησε να λησμονηθεί από την μόδα της δυτικής διανοήσεως. Εν τούτοις, σε κάθε περίπτωση συνιστά μία ενδιαφέρουσα και εκλεκτικιστική ανάγνωση της ανθρωπίνης ιστορίας, μέσα από την οποία ενδέχεται να πηγάζουν χρήσιμα στοιχεία για το παρόν και το μέλλον του πολιτισμού μας. Σίγουρα πάντως, τέτοια στοιχεία λαμβάνονται υπ’ όψιν από κάποιους δυναμένους να προδιαγράψουν αυτό το μέλλον, συνειδητά ή ασυνείδητα.

Γ.Σ.


Ενδεικτική βιβλιογραφία

  • James Joll, “Two prophets of the twentieth century: Spengler and Toynbee”, Review of International Studies Vol. 11, No. 2 (Apr., 1985) 
  • Arnold Toynbee, “Οι Έλληνες και οι κληρονομιές τους”, εκδ. Καρδαμίτσα 2011
  • Arnold Toynbee, “A Study of History: abridgement of volumes i-vi, vii-x by D.C. Somervell”, Oxford University Press 1988
  • Arnold Toynbee, “Mankind and Mother Earth: A Narrative History of the World”, Oxford University Press 1976


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου