Τοῦ Ιωάννη Σαρρῆ, ἀναδημοσίευση ἀπὸ τὸ τεῦχος ΚΖ΄ τοῦ περιοδικοῦ "Τὸ Ἔνζυμο", σελ.96-103.
"Τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 2025 κυκλοφόρησε μεταφρασμένο ἀπὸ τὶς Ἐκδόσεις Ἁρμὸς τὸ νέο βιβλίο του π. Νικολάου Λουδοβίκου, μὲ τίτλο «Ἀναλογικὲς Ταυτότητες: Ἡ δημιουργία τοῦ Χριστιανικοῦ ἑαυτοῦ» [...] Στὸ πρῶτο μέρος ἀναλύεται ἡ ἀνθρωπολογικὴ διάσταση τοῦ «ὁμοουσίου» ὡς «μετοχὴ ἐν διανομῇ» στὶς θεῖες ἐνέργειες, ὡς ἀναλογία συνέργειας μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου , κατὰ τὸ παράδειγμα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Στὸ δεύτερο μέρος ἀναζητοῦνται οἱ ρίζες καὶ οἱ ἱστορικὲς συνέπειες τοῦ ὑπερβατικοῦ ὑποκειμενισμοῦ, μέσα ἀπὸ μία συναρπαστικὴ ἀντίστιξη ποὺ συνδέει τον Εὐάγριο καὶ τὸν Αὐγουστῖνο μὲ τοὺς Husserl, Heidegger, Wittgenstein κ.α. Περαιτέρω, προτείνεται μία Πατερικῆς ἐμπνεύσεως «δι-ἐν-νοημάτωσῃ» ὡς ἀντίδοτο στὶς σολιψιστικὲς φενᾶκες της «αὐτό-καθολικοποίησης» καὶ τῆς αὐτο-θέωσης. Στὸ τρίτο μέρος ξεκινᾶ ἕνας πολὺ ἐνδιαφέρων διάλογος μεταξὺ θεολογίας καὶ ψυχανάλυσης, μέσῳ τοῦ ὁποίου διατυπώνονται πρωτότυπες ἔννοιες, ὅπως ὁ «ὁμοούσιος ἑαυτός», ἡ «διαλογικὴ ἐπιθυμία», τὸ «ἐνδον-διά-σύν-εἶναι», ἡ «μετοχὴ ὡς διανομὴ» καὶ ἡ «διεννοημάτωση»."
Τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 2025 κυκλοφόρησε
μεταφρασμένο ἀπὸ τὶς Ἐκδόσεις Ἁρμὸς τὸ νέο βιβλίο του π. Νικολάου Λουδοβίκου, μὲ
τίτλο «Ἀναλογικὲς Ταυτότητες: Ἡ δημιουργία τοῦ Χριστιανικοῦ ἑαυτοῦ», το ὁποῖο ἀρχικὰ
εἶχε ἐκδοθεῖ στὰ ἀγγλικὰ ἀπὸ τὸν οἶκο Brepols. Πρόκειται γιὰ τὸν δεύτερο τόμο
μιᾶς τριλογίας, ποὺ συγκροτεῖ μία ἐπίκαιρη ἀνθρωπολογία θεολογικῆς ἀφόρμησης[1],
μὲ ἀναφορὲς καὶ προεκτάσεις στὴν φιλοσοφία καὶ τὴν ψυχολογία. Τὸ σπουδαῖο αὐτὸ
συγγραφικὸ ἐγχείρημα, ἀφοῦ διαγνώσει ὀξυδερκῶς τὴν γενεαλογία, τὶς ἀδυναμίες καὶ
τὶς πραγματικὲς ἀνάγκες τοῦ «αὐτοαναφορικοῦ ὑποκειμένου» τῆς νεωτερικότητας, ἐκφέρει
μία πρόταση ὑπαρξιακῆς ἀνανοηματοδότησης τοῦ ἑαυτοῦ, μὲ βάση τὴν Ὀρθόδοξη
Πατερικὴ παράδοση, στὴν ὁποία προσδίδει νέο περιεχόμενο μέσα ἀπὸ ἕναν γόνιμο
διάλογο μὲ παλαιοὺς καὶ σύγχρονους στοχαστές.
Τὸ βιβλίο ἀναπτύσσεται σὲ τρία διαδοχικὰ
μέρη ποὺ ἑστιάζουν σὲ ζητήματα θεολογίας, φιλοσοφίας καὶ ψυχολογίας. Στὸ πρῶτο
μέρος ἀναλύεται ἡ ἀνθρωπολογικὴ διάσταση τοῦ «ὁμοουσίου» ὡς «μετοχὴ ἐν διανομῇ»
στὶς θεῖες ἐνέργειες, ὡς ἀναλογία συνέργειας μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου, κατὰ τὸ
παράδειγμα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Στὸ δεύτερο μέρος ἀναζητοῦνται οἱ ρίζες καὶ
οἱ ἱστορικὲς συνέπειες τοῦ ὑπερβατικοῦ ὑποκειμενισμοῦ, μέσα ἀπὸ μία συναρπαστικὴ
ἀντίστιξη ποὺ συνδέει τον Εὐάγριο καὶ τὸν Αὐγουστῖνο μὲ τοὺς Husserl, Heidegger,
Wittgenstein κ.ἄ. Περαιτέρῳ, προτείνεται μία Πατερικῆς ἐμπνεύσεως «δι-ἐν-νοημάτωσῃ»
ὡς ἀντίδοτο στὶς σολιψιστικὲς φενᾶκες της «αὐτο-καθολικοποίησης» καὶ τῆς αὐτο-θέωσης.
Στὸ τρίτο μέρος ξεκινᾶ ἕνας πολὺ ἐνδιαφέρων διάλογος μεταξὺ θεολογίας καὶ
ψυχανάλυσης, μέσῳ τοῦ ὁποίου διατυπώνονται πρωτότυπες ἔννοιες, ὅπως ὁ «ὁμοούσιος
ἑαυτός», ἡ «διαλογικὴ ἐπιθυμία», τὸ «ἐνδον-διά-σύν-εἶναι», ἡ «μετοχὴ ὡς διανομὴ»
καὶ ἡ «διεννοημάτωση». Δεδομένου ὅτι ἡ ἔκταση ἀλλὰ καὶ τὸ βάθος αὐτοῦ τοῦ
δύσκολου ἔργου δυσχεραίνουν τὴν περιεκτικὴ σύνοψή του, ἀκολούθως θὰ περιοριστῶ
στὴν σύνθεση ὁρισμένων μόνο στοιχείων του.
Ὡς γνωστόν, στὴν νεωτερικότητα τὸ ὑποκείμενο
ἀποδεσμεύθηκε ἀπὸ κάθε εἶδος παράδοσης καὶ συλλογικῆς σοφίας, κατακτῶντας τὸ
δικαίωμα ἑνὸς ριζικὰ αὐτόνομου αὐτοπροσδιορισμοῦ, ποὺ συχνὰ φλερτάρει μὲ τὰ ὅρια
τοῦ σολιψισμοῦ. Ὁ νέος αὐτὸς ἀνθρωπότυπος, ὁ ὁποῖος ἀποκλήθηκε «σημειακὸς ἑαυτὸς»
ἀπὸ τὸν John Locke, «ἀποσυνδεδεμένο ὑποκείμενο» ἀπὸ τὸν Charles Taylor καὶ
«χωρίς-ἐμεῖς-ἐγώ» ἀπὸ τὸν Norbert Elias, ἦταν ἤδη παρὼν στὴν Εὐρώπη ὅταν ὁ
Descartes ἰσχυρίσθηκε πὼς ἀλήθεια εἶναι ὅ,τι σκέφτομαι Ἐγώ. Ἡ ἰδέα ἑνὸς μεταφυσικοῦ
ἐγὼ ποὺ ἐξίσταται πάνω ἀπὸ τὴν φύση, δυνάμενο νὰ τὴν κατέχει ἢ νὰ τὴν
μεταβάλλει σύμφωνα μὲ τὴν ἀτομική του βούληση, ἀνδρώθηκε περαιτέρῳ στὸν
γερμανικὸ ἰδεαλισμὸ τοῦ 19ου αἰῶνος, ἐνῷ οἱ ἀπολήξεις της φθάνουν ἕως τὸν
μεταγενέστερο ὑπαρξισμὸ καὶ περσοναλισμό. Ὁ π. Νικόλαος ἐντοπίζει τοὺς σπόρους
αὐτοῦ τοῦ ὑπερβατικοῦ ὑποκειμενισμοῦ στὸν δυτικὸ σχολαστικισμὸ καὶ ἰδιαίτερα στὸν
Αὐγουστῖνο Ἰππῶνος, ποὺ διαχώρισε μὲ νεοπλατωνικὰ κριτήρια τὴν «θεοειδῆ» ψυχὴ ἀπὸ
τὸ «δέσμιο τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος» σῶμα καὶ στὸν Θωμᾶ Ἀκινάτη, σύμφωνα μὲ
τὸν ὁποῖον ὁ Θεὸς ἀγαπᾶ «ναρκισσικά» τὴν δημιουργία ἐπειδὴ ἀγαπᾶ τὸν Ἑαυτό Του.
Ἀπουσίᾳ κάποιας πραγματικῆς ἐκ-στατικῆς διαλογικότητας, ὁ ἄνθρωπος γίνεται ἐσωστρεφής,
ἀναζητῶντας νόημα ἐντός του, ὅπως ὁ ἀκινάτειος Θεός. Ὁ Nietzsche, μολονότι ἀνέστρεψε
τὴν πλατωνίζουσα ὑπεροχὴ τῆς ψυχῆς ἔναντι τοῦ σώματος, τελικὰ ἀπετέλεσε τὸν κατ’
ἐξοχὴν μεταφυσικὸ τῆς θελήσεως γιὰ δύναμη, δηλαδὴ τῆς (πάντα ἀνικανοποίητης)
θελήσεως τοῦ ἀποσυνδεδεμένου ὑποκειμένου πρὸς ἐσωτερικὴ αὐθυπέρβαση, καθὼς
πλάθει ὁλοένα καὶ ὑπερβατικότερα αὐτο-εἴδωλα.
Μέχρι τώρα, ὁ ναρκισσισμὸς ἐκδηλωνόταν
μέσῳ αὐταρέσκειας καὶ ἡδονοθηρίας. Πλέον ὅμως ἡ φιλαυτία ἔχει ξεπεράσει καὶ τὸν
πειρασμὸ τῆς ἡδονῆς, ὁδηγῶντας σὲ μία κατάσταση ποὺ ὁ π. Νικόλαος ἀποκαλεῖ
μετα-ναρκισσισμό. Τὸ νέο διακύβευμα εἶναι ἡ «αὐτο-καθολικοποίηση», ἡ εἰδωλολατρία
μίας (ἀκόμη καὶ ἀσκητικῆς) αὐτόνομης ἑαυτότητας, ποὺ δὲν ἀντιμετωπίζει τοὺς ἄλλους
ἁπλῶς ἐργαλειακά, ἀλλὰ ὡς ἁπλᾶ ἐργαλεῖα, ὡς μὴ ὑποκείμενα. «…τὸ ὑποκείμενο
ποὺ αὐτοκαθολικοποιεῖται δὲν εἶναι ἁπλῶς φιλόδοξο, ἀλλὰ ὀργανώνει τὴν αὐτοεκπλήρωσή
του μέσῳ τῆς μετα-ναρκισσιστικῆς ἐπιθυμίας του νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸ Ὑπέρτατο Ἀντικείμενο/
Ἔννοια/ Θεό, ἀνεξάρτητα τοῦ ὑπαρξιακοῦ κόστους, καθιστῶντας τὸ μέρος τῆς δικῆς
του αὐτοανάπτυξης καὶ μόνο…» (σελ. 259).
Ἀπὸ ποῦ πηγάζει ὅμως αὐτὴ ἡ πρόθεση αὐτοκαθολικοποίησης
καὶ αὐτοθέωσης; Ὁ π. Νικόλαος ἐντοπίζει τὴν ρίζα της στὴν νεοπλατωνικὴ
παράδοση. Ὁ Πλωτῖνος ἴσως γιὰ πρώτη φορὰ διαχώρισε τὴν ἐνθαδικὴ ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου
ἀπὸ τὸ ἰδεατὸ «εἶναι», ποὺ τὸ βρίσκει κανεὶς ἀφοῦ ἐγκαταλείψει τὴν ὕλη καὶ ἑνωθεῖ
μὲ τὸ Ἐν, μὲ τὴν ἄμορφη θεϊκὴ οὐσία. Πρόκειται γιὰ μία ὑπαγορευόμενη, μὴ
διαλογικὴ ἕνωση. Ἡ ἀτομικὴ ὕπαρξη κινεῖται πρὸς τὸ Ἐν καὶ οὐσιαστικὰ ἐξαφανίζεται
ἐντός του (θυμίζοντας τὴν ἰνδουϊστικὴ νιρβάνα), ἀλλὰ τὸ Ἐν δὲν κινεῖται πρὸς τὸ
μέρος της. Στὴν συνέχεια, ὁ Εὐάγριος Ποντικὸς προσέδωσε ἕναν χριστιανικὸ μανδύα
στὴν θεωρία τοῦ Πλωτίνου. Σύμφωνα μὲ αὐτόν, κάποτε ὁ νοῦς ἦταν ἕνα μὲ τὸν Θεό. Ὅμως
ἐξέπεσε σὲ ψυχὴ καὶ ὕστερα σὲ σῶμα. Ὁ Εὐάγριος οὐσιαστικὰ ταυτίζει τὴν Πτώση μὲ
τὴν Δημιουργία, ὑποστηρίζοντας ὅτι πρέπει νὰ ἀκολουθηθεῖ ἡ ἀντίστροφη πορεία, οὕτως
ὥστε τὸ σῶμα καὶ ἡ ψυχὴ νὰ ἐξαϋλωθοῦν σὲ νοῦ καὶ ὁ νοῦς νὰ καταποθεῖ ἀπὸ τὸν
Θεό. Ἡ νεωτερικότητα ἁπλῶς ἀντέστρεψε τὸ εὐαγριανὸ σχῆμα. Πλέον τα ὑποκείμενα δὲν
φιλοδοξοῦν νὰ ἀπορροφηθοῦν ἀπὸ τὸν Θεό, ἀλλὰ νὰ Τὸν ἀπορροφήσουν περιτειχίζοντάς
Τον ἐντὸς τοῦ φανταστικοῦ Ἐγώ τους.
Τὸν 20ὸ αἰῶνα, βέβαια, μέσα ἀπὸ τὶς ρωγμὲς
τοῦ δοκιμαζόμενου σολιψισμοῦ, ἄρχισαν νὰ ξεπηδοῦν φωνὲς ἀμφισβήτησης αὐτῆς τῆς
φαντασιακῆς παντοδυναμίας τοῦ συνειδητὰ σκεπτόμενου Ἐγὼ (ψυχανάλυση,
φαινομενολογία, διϋποκειμενικότητα). Ὁρισμένες ἐξ αὐτῶν, μάλιστα,
συνειδητοποίησαν καὶ τὴν ἀνάγκη συνάντησης μὲ τὸν Ἄλλο, χωρὶς ὅμως νὰ ἀνακαλύψουν
πειστικοὺς τρόπους ἀμοιβαίας ἔκστασης γιὰ τὴν πραγματική της ἐπιτέλεση, ἔξω ἀπὸ
τὸν ἐγωτικό-φαντασιακὸ ὁρίζοντα τοῦ ὑποκειμένου. Ὁ Martin Buber, φὲρ’ εἰπεῖν, ἔδειξε
πῶς τὸ ἐγὼ βρίσκει κατοπτρικὰ τὸν ἑαυτό του στὸ ἐσὺ καὶ ἀντίστροφα, ἀλλὰ καὶ αὐτοῦ
τοῦ εἴδους ἡ σχέση ἔχει ναρκισσικὸ ὑπόβαθρο, καθὼς ὁ ἄλλος μοῦ χρειάζεται ἁπλῶς
γιὰ τὴν συγκρότηση τοῦ ὑποκειμένου μου. Προχωρῶντας παραπέρα, ὁ Jacques Lacan ἔδειξε
ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει ὑποκείμενο δίχως την ἐνδοβολὴ τοῦ ἄλλου. Ἡ ἐπιθυμία
τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ ἐπιθυμία τοῦ Ἄλλου, νὰ εἶναι ἐπιθυμητὸς ἀπὸ τὸν Ἄλλο, ἡ ἐπιθυμία
ἀποκατάστασης τῆς ἀρχικῆς πληρότητας/ ἑνότητας μὲ τὸν Ἄλλο/μητέρα, ὅμως αὐτὴ ἡ
περιχώρηση δὲν μπορεῖ νὰ ἐπιτευχθεῖ πραγματικά. Ὁ ἄνθρωπος πρέπει ἁπλῶς νὰ ἀποδεχθεῖ
ὅτι ὁ Ἄλλος εἶναι πάντοτε ἀπών, ἐνῷ ἡ κενή του θέση παροῦσα. Κι ἔτσι ἡ ἐπιθυμία
του παραμένει ἀνεκπλήρωτη.
Σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο διανοίγεται ἕνα εὐρὺ
πεδίο συζήτησης ἀνάμεσα στὴν λακανικὴ ψυχανάλυση καὶ τὴν Ὀρθόδοξη ἀνθρωπολογία
τοῦ Ὁσίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητῆ, ὁ ὁποῖος φανερώνει μία ὀντολογικὴ λύση στὴν
δίχως-ἀντικείμενο-ἐπιθυμία. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι μοιράζονται ἕνα, συνήθως ἀποπροσανατολισμένο,
«φυσικὸ θέλημα» γιὰ τὴν ἀποκατάσταση τοῦ «καθ’ ὁμοίωσιν», γιὰ τὴν ἐν Θεῷ ἐκπλήρωση-ὁλοκλήρωση
τῆς φύσεώς τους (ἔφεσις πλήρους ὀντότητος), ὕστερα ἀπὸ ἀνάληψη τῆς ἐπιθυμίας
τοῦ Θεοῦ διὰ τῆς ἐλευθέρας (γνωμικῆς) τους θελήσεως. Μέσῳ τῶν λόγων / θελημάτων
/ ἐνεργειῶν Του, ὁ Θεὸς σχετίζεται πραγματικὰ μὲ τὰ κτιστὰ ὄντα ποὺ δημιούργησε
ἐκ τοῦ μηδενός λόγῳ ἀγάπης, χαρίζοντας σὲ αὐτὰ διὰ τοῦ Χριστοῦ, ἐν Ἁγίῳ
Πνεύματι, τὸν θεῖο τρόπο τῆς ὕπαρξης, ὄχι ὑπὲρ ἢ παρὰ φύσιν, ἀλλὰ κατὰ τὴν
θεόσδοτη φύση τους. Πρόκειται γιὰ μία ἀμοιβαία, διαλογικὴ/ ἀναλογικὴ ἔκ-σταση -
κίνηση. Συνεπῶς, ἡ φύση ἀποτελεῖ ὑλικὸ διαλόγου μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου καὶ δὲν
εἶναι καθεαυτὴ ἀκάθαρτη, ὅπως ὑπαινίσσονται οἱ διάφορες νεοπλατωνικὲς
στρεβλώσεις.
Ἡ Ὀρθόδοξη Χριστιανικὴ ἀνθρωπολογία, ὅπως
διαμορφώθηκε στὸ πέρας τῶν αἰώνων ἀπὸ τοὺς Καππαδόκες Πατέρες καὶ τοὺς Ἁγίους
Διονύσιο Ἀεροπαγίτη, Μάξιμο Ὁμολογητή, Συμεῶν τὸν Νέο Θεολόγο, Γρηγόριο Παλαμᾶ
κ.ἄ, ἀποκαλύπτει πὼς ἡ κάθετη μεθεκτική-ἀναλογικὴ σχέση μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου
συνεπάγεται καὶ τὴν ὁριζόντια διαλογικὴ σχέση μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων. Ἡ Ἁγία Τριάς,
ἐν προκειμένῳ, φανερώνει ἕνα σχεσιακὸ ὑπόδειγμα γιὰ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα. Κάθε ὁμοούσιο
Πρόσωπό Της ἀντιπροσωπεύει τὴν Θεία Οὐσία στὴν ὁλότητά της, καὶ ἄρα βρίσκεται σὲ
κοινωνία μὲ τὰ ἄλλα λόγῳ μιᾶς ἐλεύθερης ἀγάπης χωρὶς ἀναγκαιότητα. Μέσῳ ἀΐδιας
δια-δοτικότητας καὶ ἀμοιβαίας ἀλληλοπεριχώρησης, ἐκκινουμένων ἐκ τοῦ Πατρός, αὐτὴ
ἡ Οὐσία κυκλοφορεῖ μεταξὺ τῶν ἐν κοινωνίᾳ Προσώπων καὶ ἐπιβεβαιώνεται ὑποστατικὰ
ὡς ἀγεννησία, γέννησις καὶ ἐκπόρευσις. Διὰ τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος ὡς
Πρόσωπο ἀνθρωποποιεῖ τὸν Θεὸ καὶ θεοποιεῖ τὸν ἄνθρωπο, ὑπερνικᾶται τὸ
προπατορικὸ ἁμάρτημα ὡς κλίση πρὸς τὸ προκτισιακὸ μηδὲν καὶ ὁ ἄκτιστος τρόπος
τοῦ ὁμοουσίου μεταφέρεται στὴν κτίση. Ἔτσι, λοιπόν, ἡ μετοχὴ εἶναι ἀνάλογη τῆς
διανομῆς, ἐπειδὴ ἐπιτυγχάνεται μὲ τὸ μυστήριο τοῦ Σταυροῦ, μέσα ἀπὸ τὸν ἐλεύθερα
ἐπιλεγόμενο ἐναγκαλισμὸ τῆς ἐπιθυμίας τοῦ Ἄλλου. Ἑπομένως, ἡ πραγματικὴ
συνάντηση μὲ τὸν Ἄλλον διεξάγεται μέσα ἀπὸ τὸ μυστήριο τοῦ Σταυροῦ.
Σύμφωνα μὲ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ, ἡ ἄνοδος
τῶν ἁγίων πρὸς τὸν Θεὸ εἶναι πραγματική, σὲ ἀντιδιαστολὴ πρὸς τὴν φανταστικὴ ἄνοδο
τῶν φιλοσόφων, ἐπειδὴ συμβαίνει «μετὰ παντὸς εἴδους κτίσεως». Ὁ ἄνθρωπος
πλησιάζει τὸν Θεὸ ἀγκαλιάζοντας τὸν πόνο τῶν συνανθρώπων του, κουβαλῶντας ὅλη τὴν
ὑλικὴ κτίση. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, μὲ τὴν συνέργεια τοῦ Θεοῦ ἐπιτυγχάνεται μία
πραγματικὴ καθολικότητα μὲ ταυτόχρονη διατήρηση τῶν μοναδικῶν προσώπων, μία
τέλεια ἰσορροπία αὐτονομίας καὶ ἑτερονομίας, ὅπου τὸ πρόσωπο γίνεται «ὁμοούσιος
ὑπαρξιακὸς τόπος τοῦ Ὅλου».
Ὅπως γράφει ὁ π. Ν. Λουδοβῖκος: «Δὲν συμβαίνει ἁπλῶς ὡς ἀναγνώρισή μου
μέσα στὴν ἐπιθυμία τοῦ Ἄλλου, ἀλλὰ ὡς ἐνεργῆ ὑποκειμενοποίηση ὁλόκληρου τοῦ ὑπόλοιπου
κόσμου μέσα μου, ἐν ἀγάπῃ: ὄχι πρὸς τὴν κατεύθυνση οἰκοδόμησης μιᾶς ἰσχυρῆς ἀτομικότητας,
ἀλλὰ πρὸς τὴν «καθολικοποίηση» τῆς ἐπιθυμίας, τὴν ἱκανότητά της νὰ περιέχει καὶ
νὰ ἀγαπᾶ/ἐπιθυμεῖ τὸ Ὅλον, στὴν τελικὴ ἀνάβαση αὐτῆς τῆς ἀνώνυμης Ἐπιθυμίας πρὸς
τὸ ἄπειρο Ὑποκείμενο-ἀντικείμενό της. Σὲ ἐκείνη τὴν περίπτωση ὅλος ὁ κόσμος
γίνεται τὸ σῶμα καὶ ἡ ὕπαρξή μου, γιατί αὐτὴ ἀκριβῶς εἶναι ἡ ἐπιθυμία τοῦ Ἄπειρου
Ὑποκειμένου-ἀντικειμένου τῆς ἀνώνυμης Ἐπιθυμίας μου τοῦ Ἄλλου. Γι’ αὐτὸν τὸν
λόγο ἕνας ἅγιος εἶναι πανάνθρωπος – ἕνας ἄνθρωπος ποὺ βρίσκουν ὅλοι τόπο μέσα
του. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθινὴ ἔννοια τῆς συγχώρησης, ποὺ σημαίνει νὰ μπορεῖ κανεὶς
νὰ μοιράζεται τὸν ἴδιο χῶρο μὲ τοὺς ἄλλους. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ὁ ἅγιος εἶναι ἀναστάσιμη
ὕπαρξη. Εἶναι μιὰ ὕπαρξη ποὺ δὲν γνωρίζει τὸν θάνατο, γιατί περιέχει μέσα της ὅλο
τὸ Εἶναι. […]» (σελ. 338). Μετέχει στὴν ἀγάπη, τὴν ἐλευθερία, τὴν ἀλήθεια τῶν
ὄντων, τὸ Φῶς, στὰ πλαίσια μίας ἀμοιβαῖα ἐπιτελούμενης δι-ἐν-νοημάτωσης, μίας εὐχαριστιακῆς
ἀνταλλαγῆς νοημάτων[2], μίας διϋποκειμενικότητας-ἐν-τῷ-γίγνεσθαι.
Ὁ π. Ν. Λουδοβῖκος ἔχει ἐπινοήσει τὸν ὅρο «ἐνδον-διά-σύν-εἶναι», γιὰ νὰ
περιγράψει αὐτὴν τὴν ἐσχατολογικὰ προσδοκώμενη καθολικότητα, ὅπου «[…] ἡ
παν-ἑνότητα ὅλων τῶν πραγμάτων (σύν-εἶναι) λαμβάνει χώρα ἐντὸς τοῦ ὑποκειμένου,
στὴν ψυχοσωματική του ὕπαρξη (ἔνδον), ἀλλὰ ἐπαληθεύεται συνεχῶς μέσῳ τῆς ἐνεργητικῆς
παρουσίας τοῦ ἄλλου (διά), στὸν ὁποῖο δίνεται φωνὴ καὶ ὕπαρξη μέσα μου, ἐγκαινιάζοντας
ἔτσι μιὰ ἀληθινὴ διαλογικὴ ἀμοιβαιότητα» (σελ. 416).
Αὐτὲς ἦσαν ὁρισμένες ἀπὸ τὶς πρωτότυπες συμβολὲς αὐτοῦ τοῦ σπουδαίου βιβλίου, τὸ ὁποῖο ἀπευθύνεται σὲ ἕνα εὐρύτερο ἑλληνο-δυτικὸ κοινό, ποὺ ἀναζητᾶ ὑπαρξιακὲς διεξόδους ἀπὸ τὴν πνευματικὴ ἀνυδρία τῶν καιρῶν μας. Ὁ π. Νικόλαος Λουδοβῖκος, θέτοντας οὐσιαστικὲς βάσεις γιὰ τὴν ἔναρξη ἑνὸς αὐθεντικοῦ (δι)ὁμολογιακοῦ διαλόγου[3], ἐκφράζει ἐνδιαφέρουσες ἀνθρωπολογικὲς προτάσεις πού -παρὰ τὸν σύγχρονο προσανατολισμό τους- ἐρείδονται στὴν μακραίωνη ἐκκλησιαστικὴ παράδοση. Γιὰ τὸν λόγο αὐτό, τὸ ἔργο του παραμένει πολυσυζητημένο καὶ ἐπίκαιρο, σὲ ἀνατολὴ καὶ δύση.
[1] Τὸ ἐπιμύθιο τοῦ πρώτου τόμου, μὲ τίτλο «Ἀναλογικὲς Ταυτότητες: Πατερικὲς
πηγὲς ἐπανερμηνείας του ἑλληνο-δυτικοῦ ἑαυτοῦ» κυκλοφόρησε στὰ ἑλληνικὰ τὸ 2020
ἀπὸ τὶς Ἐκδόσεις Ἐν Πλῷ.
[2] « […] ὁ Θεός, πρῶτα καὶ κύρια, ἀνοίγεται καὶ προσφέρεται στὸν κόσμο ἀπὸ μιὰ
ἀκατανόητη ἐκστατικὴ ἀγάπη, δίνοντας μιὰ ἀνεξάρτητη ταυτότητα στὴν κτιστὴ εἰκόνα
Του. Μὲ τὴ σειρά Του, ὡστόσο, συμφωνεῖ νὰ λάβει ἀναλογικὰ μιὰ ταυτότητα ἀπὸ τὸ
λογικό του κτίσμα, μέσῳ τῆς ἀναλογικῆς ἔκστασης τοῦ ἀνθρώπου, ἔτσι καθιστάμενος
πρῶτο κινοῦν, μητέρα, πατέρας, ἀδελφός, ἀγάπη, ζωή, πρόνοια κ.λπ.» (σελ. 431).
[3] Ἀξίζει νὰ τονισθεῖ ὅτι ὁ π. Νικόλαος Λουδοβῖκος στὶς
συνομιλίες του μὲ δυτικοὺς θεολόγους δὲν ἐπιδιώκει μία «ἀπολογητικὴ» ἐπίδειξη
πολιτιστικῆς ἰσχύος, ἀλλὰ μία αὐθεντικὴ κοινωνία Ὀρθοδόξων Πατερικῶν θέσεων, ἱκανὴ
νὰ ὠφελήσει ὅλους τοὺς πόλους τοῦ κοινοῦ μας, πλέον, «ἑλληνο-δυτικοῦ» κόσμου. Ἀνακαλῶντας
τὸ παράδειγμα τοῦ Γενναδίου Σχολαρίου, φὲρ’ εἰπεῖν, ἐπιχειρεῖ μία «παλαμικὴ» ἀνάγνωση
τοῦ Θωμᾶ Ἀκινάτη καὶ μία «ἀκινάτεια» ἀνάγνωση τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ,
προκειμένου νὰ γεφυρώσει τὸ χάσμα, προτείνοντας ὁρισμένες ὀρθόδοξες διορθώσεις
στὸ ἐν πολλοῖς ἀξιοπρόσεκτο ἔργο τοῦ πρώτου. Βεβαίως, χάρη στὴν πολυεπίπεδη εὐρυμάθειά
του, ἐπιχειρεῖ καὶ πολλὲς ἄλλες, πιότερο ἀναπάντεχες συζητήσεις, ποὺ ὑπερβαίνουν
τὸν χῶρο τῆς θεολογίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου